Η ελευθερία της καρδιάς

Μήνυμα Ελπίδας του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου

Το αποστολικό ανάγνωσμα της Β΄ Κυριακής του Λουκά (Β΄Κορ. 9,6-11) μας εισάγει σε μία από τις ουσιαστικότερες αλήθειες της χριστιανικής ζωής: ο Θεός δεν επιθυμεί μία σχέση καταναγκασμού με τον άνθρωπο, αλλά μία σχέση ελευθερίας και αγάπης. Ο απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στην προσφορά προς τους αδελφούς, γράφει: «Ο καθένας ας δίνει όπως έχει αποφασίσει στην καρδιά του, όχι με λύπη ή από ανάγκη, γιατί ο Θεός αγαπά εκείνον που δίνει με χαρά» (Β΄Κορ. 9,7).

Η φράση «όπως έχει αποφασίσει στην καρδιά του» αποδίδει το «ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ». Η προαίρεση είναι κάτι περισσότερο από μία στιγμιαία επιλογή. Είναι η εσωτερική κίνηση της προσωπικής ελευθερίας, η κατεύθυνση που δίνουμε συνειδητά στην ύπαρξή μας. Γι’ αυτό και η σχέση μας με τον Θεό δεν μπορεί να οικοδομηθεί «από ανάγκη». Ο Θεός καλεί, αλλά δεν εξαναγκάζει· προσφέρει τη χάρη Του, αλλά αναμένει την ελεύθερη συγκατάθεση μας.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το συγκεκριμένο χωρίο, επισημαίνει ότι ο Παύλος δεν αρκείται απλώς στην προσφορά, αλλά ζητά αυτή να γίνεται με ελεύθερη διάθεση και χαρά. Εκείνος που προσφέρει με δυσαρέσκεια ή εξαναγκασμό χάνει κάτι από την πνευματική ομορφιά της πράξης του, διότι ο Θεός επιθυμεί «εκείνον που δίνει με χαρά» (PG 61, 527-528).

Αυτή η αλήθεια αφορά ολόκληρη τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός, απευθυνόμενος στον άνθρωπο, λέει: «Έβαλα μπροστά σου τη ζωή και τον θάνατο, την ευλογία και την κατάρα· διάλεξε, λοιπόν, τη ζωή» (Δευτ. 30,19). Ο Θεός δείχνει την οδό της ζωής, αλλά αφήνει στον άνθρωπο την ευθύνη της επιλογής.

Το ίδιο συναντούμε και στο Ευαγγέλιο. Ο Χριστός δεν λέει «είστε υποχρεωμένοι να με ακολουθήσετε», αλλά: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθήσει» (Ματθ. 16,24). Το «όποιος θέλει» βρίσκεται στην καρδιά της χριστιανικής ανθρωπολογίας. Χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει αληθινή αγάπη· και χωρίς αγάπη η πίστη κινδυνεύει να περιοριστεί σε εξωτερική τήρηση εντολών.

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων τονίζει ότι η αμαρτία δεν είναι κάποια αναγκαστική κατάσταση της ανθρώπινης φύσεως, αλλά συνδέεται με την ελεύθερη προαίρεση: «Ο διάβολος μπορεί να υποβάλει, δεν μπορεί όμως να εξαναγκάσει» (PG 33, 381-384). Η ελευθερία, επομένως, αποτελεί μεγάλο δώρο του Θεού, και ταυτόχρονα μεγάλη ευθύνη.

Στο ίδιο πνεύμα, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός χαρακτηρίζει τον άνθρωπο «αυτεξούσιο», δηλαδή προικισμένο από τον Θεό με τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής (PG 94, 920-924). Ο Θεός δεν αναζητά δούλους που υπακούουν από φόβο, αλλά παιδιά που ανταποκρίνονται ελεύθερα στην αγάπη Του.

Έτσι, το «ο καθένας όπως αποφασίζει στην καρδιά του» δεν αφορά μόνο στην ελεημοσύνη. Γίνεται κριτήριο ολόκληρης της πνευματικής ζωής. Ο Θεός σέβεται τόσο βαθιά την ελευθερία μας, ώστε περιμένει το δικό μας «ναι». Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγαλείο αλλά και η μεγαλύτερη ευθύνη του ανθρώπου: ότι μπορεί ελεύθερα να ανοίξει την καρδιά του στη χάρη. Γιατί η αληθινή πίστη δεν γεννιέται από τον εξαναγκασμό, αλλά από την ελεύθερη συνάντηση δύο θελήσεων: της θείας αγάπης που πάντοτε προσφέρεται και της ανθρώπινης καρδιάς που ελεύθερα απαντά.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 04.10.2026

ESPA