Η γεωπολιτική διάσταση της πρόσφατης επίθεσης κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Του Στυλιανού Δ. Χαραλαμπίδη

Οι ευθύνες για την εξέλιξη αυτή έχουν, δυστυχώς, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση

stylianos-charalambidis.jpg

Γράφει ο Στυλιανός Δ. Χαραλαμπίδης
Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, Νομικός


Για τους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ», η πρόσφατη (12.1.2026) ανοίκεια επίθεση του Γραφείου Τύπου της Ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR) κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου προσωπικά δεν αποτέλεσε μία απροσδόκητη εξέλιξη.

Δεν επιθυμώ να σχολιάσω την ουσία των ρωσικών ισχυρισμών, οι οποίοι εκθέτουν, χωρίς αμφιβολία, όσους τους διατύπωσαν. Κομίζω «γλαύκα εις Αθήνας», αν επαναλάβω τη διαπίστωση ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι μία διεθνής προσωπικότητα, της οποίας η εμβέλεια ξεπερνά όχι μόνο τα διορθόδοξα, αλλά και τα διαχριστιανικά πλαίσια.

Η συγκεκριμένη ενέργεια υπήρξε μία απολύτως ασύνετη στάση, που καταδεικνύει για άλλη μια φορά το αδιέξοδο της στρατηγικής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ιδίως μετά την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου κανονικώς θεμελιωμένη και ιστορικώς επιβεβλημένη χορήγηση του αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας (2019), γεγονός που κρίθηκε στρατηγικά επιζήμιο για τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, ως κεκτημένο πολιτικής και πολιτιστικής ανεξαρτησίας από τη Μόσχα.

Είχε προηγηθεί, βέβαια, η απόπειρα ναρκοθέτησης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (2016) με την απουσία τριών Ορθοδόξων Εκκλησιών, κινούμενων στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας, και φυσικά του ίδιου του ρωσικού Πατριαρχείου.

Η ρωσική εκκλησιαστική στρατηγική περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την προσπάθεια εδραίωσης της επιρροής της Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπου οι θρησκευτικές δομές αποτελούν παράγοντα ταυτότητας και κοινωνικής συνοχής, την προώθηση ενός αφηγήματος, σύμφωνα με το οποίο η επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο διεθνές περιβάλλον συνδέεται με δυτικές πολιτικές και μυστικές υπηρεσίες, ενισχύοντας την παγιωμένη αντίληψη για «εξωτερικούς εχθρούς» και «πολιτισμικές απειλές» και την ανακατανομή ισχύος σε εμβληματικά πεδία των διορθοδόξων σχέσεων, όπως το Άγιο Όρος, η ορθόδοξη διασπορά και τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής.

Το νέο στοιχείο, εν προκειμένω, δεν είναι ο προσωπικός χαρακτήρας της επίθεσης. Αυτό έχει συμβεί, δυστυχώς, και στο παρελθόν. Αυτό που προβληματίζει είναι ότι η ανωτέρω προσωπική επίθεση δεν προήλθε αυτή τη φορά από ρωσικούς εκκλησιαστικούς κύκλους, αλλά από την κρατική υπηρεσία πληροφοριών της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Η ανάμιξη τέτοιου είδους υπηρεσιών σε ζητήματα εκκλησιαστικής και κανονικής τάξης είναι εξ ορισμού προβληματική και υποδηλώνει σαφή μετακίνηση της κρίσης από το διεκκλησιαστικό επίπεδο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεθνούς πολιτικής και στρατηγικής επιρροής.

Η πρόσφατη ανακοίνωση της SVR θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως μία προσπάθεια δημιουργίας πολιτικού και εκκλησιαστικού αντίβαρου στην αυξανόμενη διεθνή επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Άλλωστε, ανακοινώσεις προερχόμενες από παρόμοιες υπηρεσίες δεν έχουν, προφανώς, ως στόχο την ενημέρωση του κοινού, αλλά λειτουργούν ως εργαλεία πολιτικής και επικοινωνιακής ισχύος.

Η πορεία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας τα τελευταία χρόνια καταδεικνύει τις σχέσεις εξάρτησής της από το κράτος και λειτουργίας της ως μέσου «ήπιας ισχύος»(softpower).

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Έχει τις ρίζες του στην τσαρική Ρωσία, περνάει από το σοβιετικό καθεστώς και φτάνει έως τις μέρες μας. Το είδαμε στην περίπτωση της στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία, το είδαμε εκ νέου στην περίπτωση της εκκλησιαστικής εισβολής στην Αφρική, το βλέπουμε διαρκώς.

Ειδικά ως προς την εισπήδηση στο δικαιοδοσιακό έδαφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, είναι σαφές ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αναζητά νέες γεωπολιτικές διαδρομές, εν μέρει ως αντίδραση στις στρατηγικές ματαιώσεις που υπέστη στον ευρωπαϊκό χώρο μετά την ουκρανική κρίση, επιδιώκοντας να ενισχύσει την παγκόσμια παρουσία της και να αναδείξει τη Ρωσία ως θεματοφύλακα ενός πολυπολικού και αντι-δυτικού αφηγήματος.

Είναι προφανές ότι δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με σχέσεις ισότιμης συνεργασίας με την κρατική εξουσία σε κοινούς τομείς ευθύνης, αλλά με την εργαλειοποίηση του εκκλησιαστικού οργανισμού προς την κατεύθυνση της διάχυσης του κυρίαρχου εθνοφυλετικού αφηγήματος, το οποίο αναπαράγει στον θεσμικό λόγο του το Πατριαρχείο Μόσχας: «ρωσικός κόσμος», «διεφθαρμένη Δύση», «ιερός πόλεμος» κοκ.

Πρόκειται για μία εκτεταμένη αλληλεπίδραση μεταξύ συστήματος εκκλησιαστικής εξουσίας και γεωπολιτικών στρατηγικών επιδιώξεων, παράλληλα, βέβαια, με την από πολλών δεκαετιών συστηματική αμφισβήτηση και υπονόμευση του ιστορικώς και κανονικώς θεμελιωμένου πρωτεύθυνου ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα διορθόδοξα πράγματα, αλλά και στην ευρύτερη διεθνή σκηνή.

Η Εκκλησία της Ρωσίας έχει ενσωματωθεί σε μια ευρύτερη στρατηγική, η οποία χρησιμοποιεί θρησκευτικές δομές όχι απλώς για πνευματικούς σκοπούς, αλλά ως εργαλεία διεθνούς πολιτικής.

Η πρόσφατη επίθεση συνιστά ένα σημείο καμπής όχι μόνο στη μακρά κρίση των σχέσεων μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Μόσχας, αλλά και στην κατανόηση και ερμηνεία της σύγχρονης δυναμικής μεταξύ εκκλησιαστικών θεσμών και γεωπολιτικής.

Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για μια κριτική ανάλυση της σύγχρονης διορθόδοξης πραγματικότητας, όπου θρησκευτική εξουσία και γεωπολιτική στρατηγική αλληλεπιδρούν στενά, με συνέπειες όχι μόνο για την ενότητα, αλλά και για τη διεθνή επιρροή της Ορθοδοξίας.

Είναι σαφές ότι παρόμοιες πρωτοβουλίες, όπως η πρόσφατη ανακοίνωση, δεν βοηθούν στην αποκατάσταση των διορθοδόξων σχέσεων και στην εμβάθυνση της διορθόδοξης συνεργασίας. Αντίθετα, διευρύνουν το υφιστάμενο χάσμα μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών και οδηγούν αφενός στην αλλοίωση των εκκλησιολογικών κριτηρίων και αφετέρου στη διολίσθηση όχι πλέον σε μία «ομοσπονδιακή», αλλά σε μία «σεκταριστική εκκλησιολογία».

Οι ευθύνες για την εξέλιξη αυτή έχουν, δυστυχώς, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση.

ESPA