Η πίστη ως ζωντανή εμπειρία και εκκλησιαστική κοινωνία

Μήνυμα Ελπίδας του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου

Στο σημερινό Αποστολικό ανάγνωσμα (Εβρ. 13:7-16), δεσπόζει μία φράση του Αποστόλου Παύλου, που αποτελεί έναν από τους πιο συμπυκνωμένους και αποκαλυπτικούς δογματικούς λόγους της Αγίας Γραφής: «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός, και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13:8).

Ο Χριστός δεν είναι ένα ιστορικό πρόσωπο του παρελθόντος, ούτε μία ιδέα που προσαρμόζεται στην εκάστοτε εποχή. Παραμένει ο ίδιος χθες, σήμερα και στους αιώνες· ζωντανός, παρών και ενεργών μέσα στην Εκκλησία Του.

Η διαφύλαξη της αληθινής πίστης στον Χριστό δεν αποτελεί ιδεολογική εμμονή ούτε συντηρητισμό, αλλά φυσική έκφραση μίας ζωντανής, υπαρξιακής σχέσης μαζί Του. Η Εκκλησία είναι ο τόπος όπου αυτή η σχέση βιώνεται αληθινά. Δεν αποτελεί απλώς ένα ανθρώπινο θρησκευτικό σχήμα, αλλά το ίδιο το Σώμα του Χριστού.

Όπως υπενθυμίζει ο Απόστολος Παύλος: «εσείς αποτελείτε το σώμα του Χριστού, και ο καθένας ξεχωριστά είναι μέλος του» (Α’ Κορ. 12:27). Μέσα σ’ αυτό το Σώμα, ο Χριστός γίνεται εμπειρία: γνωρίζει και γνωρίζεται, προσλαμβάνει την ανθρώπινη ιστορία και τη μεταμορφώνει σε οδό σωτηρίας.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας επιμένουν ότι η αληθινή πίστη δεν διατηρείται έξω από την εκκλησιαστική ζωή. Ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: «όπου είναι η Εκκλησία, εκεί είναι και το Πνεύμα του Θεού· και όπου είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί είναι και η Εκκλησία και πάσα χάρις» (Κατά Αιρέσεων, Γ΄, 24,1).

Η πίστη, επομένως, δεν είναι ατομική βεβαιότητα ούτε αναπτύσσεται στην απομόνωση. Αποτελεί καρπό μετοχής στην ενότητα του Σώματος του Χριστού, όπου ενεργεί το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δεν αγιάζει απομονωμένα άτομα, αλλά πρόσωπα σε κοινωνία, οδηγώντας τα «εκ του κατ’ ιδίαν» στο «καθολικόν».

Η πίστη δεν είναι απλώς μία εσωτερική πεποίθηση ή μία προσωπική ιδεολογία, αλλά σχέση και κοινωνία. Ο άνθρωπος πιστεύει επειδή καλείται από τον Χριστό σ’ αυτήν και εντάσσεται σε ένα ζωντανό σώμα: το Σώμα του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία, η οποία δεν είναι ένας θεσμός ανθρώπινης επινόησης ούτε μία οργανωτική δομή, αλλά χώρος παρουσίας και ενέργειας του Αγίου Πνεύματος.

Η διαφύλαξη της πίστης συνδέεται άρρηκτα με τη ζωντανή εμπειρία του Χριστού. Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας τονίζει ότι ο Χριστός παραμένει πάντοτε παρών στον κόσμο διά της Εκκλησίας Του, υπενθυμίζοντάς μας το βαθύ νόημα της ενανθρώπησης: «Ο Λόγος του Θεού ενηνθρώπησε, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Περί Ενανθρωπήσεως, 54). Η πίστη δεν είναι νοητική αποδοχή δογμάτων, αλλά μετοχή στη θεανθρώπινη ζωή που προσφέρεται εν Χριστώ.

Παράλληλα, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής τονίζει ότι η αλλοίωση της πίστης συνεπάγεται και αλλοίωση της σχέσης με τον Χριστό: «Όποιος αποκόπτεται από την αλήθεια της πίστεως, αποκόπτεται και από την κοινωνία του Θεού» (Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1088C). Η πίστη, επομένως, διαφυλάσσεται όχι ως νεκρό γράμμα, αλλά ως εμπειρία κοινωνίας και αγάπης.

Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, δεν «επανεφευρίσκει» την αλήθεια, αλλά τη διασώζει και τη μεταδίδει ζωντανά από γενιά σε γενιά. Στα μυστήρια, στη Θεία Ευχαριστία, στην άσκηση και στην αγάπη προς τον πλησίον, ο Χριστός παραμένει «ο αυτός». Η διαφύλαξη της αληθινής πίστεως είναι, τελικά, η διαφύλαξη της ζωντανής παρουσίας Του στον κόσμο και στις καρδιές των ανθρώπων.