Υπάρχει μία στιγμή στις διαπραγματεύσεις που δεν ανακοινώνεται επίσημα, αλλά γίνεται αισθητή. Μία στιγμή όπου, παρά τις λέξεις που ανταλλάσσονται, παρά τις προσπάθειες και τις παραχωρήσεις, κάτι μέσα μας καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει κοινό έδαφος. Όχι ακόμη. Ίσως ούτε ποτέ.
Αυτή η στιγμή είναι από τις πιο δύσκολες να αναγνωριστεί -και από τις πιο δύσκολες να γίνει αποδεκτή. Γιατί έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι η καλή πίστη, η επιμονή και ο διάλογος αρκούν πάντα. Ότι αν προσπαθήσουμε λίγο ακόμη, αν εξηγήσουμε λίγο καλύτερα, αν υποχωρήσουμε λίγο περισσότερο, θα βρεθεί τελικά μία λύση.
Όμως η πραγματικότητα των ανθρώπινων σχέσεων είναι πιο σύνθετη. Δεν υπάρχει πάντα κοινό έδαφος. Και το να το αναγνωρίσουμε εγκαίρως δεν είναι αποτυχία· είναι πράξη διαύγειας.
Το κοινό έδαφος δεν είναι απλώς μία τεχνική σύμπτωση συμφερόντων. Είναι κάτι βαθύτερο: Κοινή αντίληψη για το τι θεωρούμε δίκαιο, τι είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε και τι μπορούμε να υποστηρίξουμε στον χρόνο. Όταν αυτό λείπει, η διαπραγμάτευση μοιάζει να προχωρά, αλλά στην ουσία περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της. Οι ίδιες θέσεις επαναλαμβάνονται, τα ίδια επιχειρήματα επιστρέφουν, χωρίς πραγματική μετακίνηση.
Συχνά, αυτό που μας εμποδίζει να δούμε την απουσία κοινού εδάφους είναι ο φόβος. Ο φόβος της ρήξης. Ο φόβος της αποχώρησης. Ο φόβος ότι αν παραδεχτούμε πως δεν υπάρχει σύγκλιση, θα φανεί πως δεν προσπαθήσαμε αρκετά. Έτσι, παραμένουμε σε διαπραγματεύσεις που μας εξαντλούν, όχι επειδή πιστεύουμε στη συμφωνία, αλλά επειδή φοβόμαστε το κενό που θα αφήσει η απουσία της.
Υπάρχουν όμως ενδείξεις. Η συνεχής ανάγκη να εξηγούμε τα αυτονόητα. Η αίσθηση ότι μιλάμε διαφορετικές γλώσσες. Η μετατόπιση της συζήτησης από το «πώς προχωράμε» στο «ποιος φταίει». Η στιγμή που κάθε όριο βιώνεται ως προσβολή και κάθε διαφωνία ως απειλή. Εκεί, το πρόβλημα δεν είναι η κακή επικοινωνία. Είναι η έλλειψη κοινού πλαισίου.
Το δύσκολο δεν είναι να δούμε αυτή τη στιγμή. Το δύσκολο είναι να την αντέξουμε χωρίς να κλιμακώσουμε. Χωρίς να καταφύγουμε σε κατηγορίες, σε εκβιασμούς ή σε δραματικές αποχωρήσεις. Γιατί όταν δεν υπάρχει κοινό έδαφος, ο τρόπος που αποχωρούμε λέει πολλά για τη δική μας ωριμότητα.
Η διαμεσολάβηση παίζει εδώ έναν ιδιαίτερο ρόλο. Όχι για να επιβάλει κοινό έδαφος εκεί που δεν υπάρχει, αλλά για να βοηθήσει τα μέρη να διακρίνουν αν πρόκειται για προσωρινό μπλοκάρισμα ή για ουσιαστική ασυμβατότητα. Και κυρίως, να αποδεσμεύσει την αποχώρηση από την έννοια της ήττας.
Δεν είναι όλες οι διαπραγματεύσεις φτιαγμένες για να καταλήξουν σε συμφωνία. Κάποιες είναι απαραίτητες ακριβώς για να καταστεί σαφές ότι η συμφωνία, υπό αυτούς τους όρους, δεν είναι δυνατή. Και αυτή η συνειδητοποίηση, όσο επώδυνη και αν είναι, μπορεί να προλάβει μεγαλύτερες συγκρούσεις στο μέλλον.
Σε έναν κόσμο που εξιδανικεύει τις λύσεις και αποστρέφεται τα όρια, η αναγνώριση της απουσίας κοινού εδάφους μοιάζει σχεδόν αντισυμβατική. Και όμως, είναι συχνά η πιο έντιμη στάση. Μας επιτρέπει να σταματήσουμε πριν η σχέση δηλητηριαστεί. Να αποχωρήσουμε χωρίς να ακυρώσουμε τον άλλον -και χωρίς να ακυρώσουμε τον εαυτό μας.
Ίσως, τελικά, το κοινό έδαφος να μην είναι πάντα κάτι που βρίσκουμε. Ίσως, κάποιες φορές, είναι κάτι που διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει. Και η ικανότητα να το αναγνωρίσουμε έγκαιρα, χωρίς θυμό και χωρίς φόβο, είναι μία από τις πιο υποτιμημένες δεξιότητες της διαπραγμάτευσης.
Γιατί δεν είναι όλες οι συμφωνίες ένδειξη επιτυχίας. Και δεν είναι όλες οι αποχωρήσεις αποτυχία. Κάποιες είναι απλώς ένδειξη ότι καταλάβαμε εγκαίρως πού πατάμε -και πού όχι.