Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του Brexit, η βρετανική πολιτική εξακολουθεί να κινείται στη σκιά του. Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάστηκε ως η αρχή μίας νέας εποχής εθνικής αυτοπεποίθησης και πολιτικής σταθερότητας. Αντί γι’ αυτό, το Ηνωμένο Βασίλειο βίωσε μία δεκαετία διαρκούς αναταραχής, οικονομικών αβεβαιοτήτων και πρωτοφανούς εναλλαγής ηγεσιών.
Από το 2016 μέχρι σήμερα, η χώρα έχει αλλάξει έξι πρωθυπουργούς. Η Τερέζα Μέι, ο Μπόρις Τζόνσον, η Λιζ Τρας, ο Ρίσι Σούνακ, ο Κιρ Στάρμερ και πλέον η συζήτηση για την επόμενη ημέρα κυριαρχεί ξανά στο πολιτικό σκηνικό. Για μία χώρα που παραδοσιακά αποτελούσε σύμβολο θεσμικής συνέχειας και πολιτικής σταθερότητας, η εικόνα αυτή θα φάνταζε αδιανόητη πριν από λίγα χρόνια.
Η κυβέρνηση των Εργατικών υπό τον Στάρμερ εξελέγη με την υπόσχεση ότι θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και θα επαναφέρει την αίσθηση κανονικότητας. Ωστόσο, η οικονομική στασιμότητα, οι πιέσεις στο Σύστημα Υγείας, οι ανισότητες μεταξύ των περιφερειών και η συνεχιζόμενη συζήτηση γύρω από τις συνέπειες του Brexit διατηρούν υψηλά τα επίπεδα δυσαρέσκειας. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας εξακολουθούν να αναζητούν μια νέα πολιτική αφήγηση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδεικνύεται όλο και πιο έντονα το όνομα του Andy Burnham. Ο μέχρι πρότινος δήμαρχος του Μάντσεστερ, ο οποίος την περασμένη Δευτέρα ορκίστηκε Βουλευτής και άφησε τον δημαρχιακό θώκο που κατείχε από το 2017, έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να οικοδομήσει ένα προφίλ πολιτικού που συνδυάζει στοιχεία της παραδοσιακής εργατικής πολιτικής με έναν σύγχρονο, πραγματιστικό λόγο. Η επιρροή του ξεπερνά πλέον τα όρια της τοπικής αυτοδιοίκησης και πολλοί τον θεωρούν έναν από τους βασικούς διεκδικητές της ηγεσίας των Εργατικών στο μέλλον.
Η άνοδος του Burnham έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση. Το Brexit δεν εξέφρασε μόνο μία διαφωνία για τη σχέση της Βρετανίας με την Ευρώπη. Ανέδειξε και το αίσθημα εγκατάλειψης πολλών περιοχών της χώρας που αισθάνονταν ότι το Λονδίνο συγκεντρώνει δυσανάλογα μεγάλο μέρος της οικονομικής και πολιτικής ισχύος. Το Μάντσεστερ, το Λίβερπουλ και άλλες μεγάλες πόλεις του βορρά βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης.
Ο Burnham εμφανίζεται ως εκφραστής μίας διαφορετικής προσέγγισης, που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αποκέντρωση, στην ενίσχυση των περιφερειών και στην αναζωογόνηση της παραγωγικής οικονομίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η δημοφιλία του ξεπερνά συχνά τα όρια του κόμματός του και αγγίζει ψηφοφόρους που στο παρελθόν στήριξαν ακόμη και το Brexit.
Το ερώτημα είναι αν η Βρετανία βρίσκεται μπροστά σε έναν νέο πολιτικό κύκλο. Η χώρα που επί δεκαετίες υπήρξε πρότυπο κυβερνητικής σταθερότητας συνεχίζει να αναζητά ισορροπία ανάμεσα στις προσδοκίες που δημιούργησε το Brexit και στην πραγματικότητα που ακολούθησε. Η συζήτηση γύρω από τον Burnham αφορά την αναζήτηση μιας νέας κατεύθυνσης για μία χώρα που δέκα χρόνια μετά το ιστορικό δημοψήφισμα εξακολουθεί να ψάχνει το επόμενο κεφάλαιό της.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 28.06.2026