Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες πενήντα δύο χρόνια από τη μαύρη επέτειο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Πενήντα δύο χρόνια από ένα γεγονός που τραυμάτισε τον Ελληνισμό, άφησε πίσω του χιλιάδες νεκρούς, αγνοουμένους και πρόσφυγες και εξακολουθεί να αποτελεί μία ανοιχτή πληγή για το διεθνές δίκαιο και την ευρωπαϊκή συνείδηση.
Η μνήμη δεν λειτουργεί μόνον αντιθετικά στη λήθη. Δεν αποτελεί μόνον το «αντίδοτό» της. Πρωτίστως, όταν δεν είναι μία τυπική τελετουργία. Η μνήμη έχει αξία μόνον όταν γίνεται ευθύνη. Όταν λειτουργεί ως πολιτικό «συνώνυμό» της.
Όταν δηλαδή μας υπενθυμίζει την υποχρέωση της Ελλάδας να συμπαραστέκεται και να υποστηρίζει την Κύπρο. Όταν υπενθυμίζει στους λαούς της Ευρώπης ότι η Λευκωσία είναι η τελευταία διχοτομημένη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και ότι ευρωπαϊκό έδαφος βρίσκεται υπό ξένη κατοχή. Όταν υπενθυμίζει στη διεθνή κοινότητα ότι το «Δίκαιό της» έχει πλήρως καταστρατηγηθεί στη περίπτωση της Κύπρου, καθώς οι αποφάσεις (ψηφίσματα) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ έχουν καταντήσει ευχολόγια. Η Διεθνής Ειρήνη δεν μπορεί να διασφαλιστεί όταν το θετό και εθιμικό διεθνές δίκαιο γίνεται κουρελόχαρτο. Καμία ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη λήθη.
Την εβδομάδα που μας πέρασε με πρωτοβουλία του Δήμου Θεσσαλονίκης και του Γενικού Προξενείου της Κύπρου στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου μία σεμνή εκδήλωση με αφορμή τη θλιβερή επέτειο. Στο πλαίσιο αυτής προβλήθηκε το πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ του Θανάση Γιούμπαση, «Η Επιστροφή που δεν Έγινε».
Πρόκειται για ένα έργο που δεν καταδεικνύει μόνον τα ιστορικά γεγονότα. Αναδεικνύει τις ανθρώπινες ζωές που βρέθηκαν βίαια εκτός της πατρίδας τους, τις οικογένειες που δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους και τις γενιές που μεγάλωσαν με την προσφυγιά ως καθημερινή πραγματικότητα. Μας υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε ιστορικό γεγονός υπάρχουν άνθρωποι, μνήμες και όνειρα που έμειναν μετέωρα.
Ο αγώνας για μία δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού δεν είναι υπόθεση μόνον της Κύπρου. Είναι υπόθεση του Ελληνισμού, της Ευρώπης και κάθε κοινωνίας που αναγνωρίζει τις ανθρώπινες αξίες και πιστεύει στο σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών, της εδαφικής τους ακεραιότητας και του διεθνούς δικαίου.
Η καλύτερη τιμή στους ανθρώπους που χάθηκαν, στους αγνοουμένους και στους πρόσφυγες δεν είναι μόνο η διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Είναι η διαρκής υπενθύμιση της ευθύνης. Είναι η αταλάντευτη προσήλωση στην αναζήτηση μίας λύσης που θα επανενώνει την Κύπρο, θα διασφαλίζει την ειρήνη, την ασφάλεια και τα δικαιώματα όλων των νόμιμων κατοίκων της, χωρίς κατοχικά στρατεύματα και αναχρονιστικά συστήματα εγγυήσεων.
Η υπενθύμιση της ιστορικής ευθύνης και η διατήρηση της μνήμης σκοπεί όχι στη συντήρηση της εχθροπάθειας, αλλά της απόδοσης Δικαιοσύνης. Όχι για να διαιωνίζουμε τη σύγκρουση, αλλά για να μην αποδεχθούμε ποτέ την αδικία ως κανονικότητα. Γιατί η επιστροφή που δεν έγινε παραμένει μια διαρκής υπόσχεση της ιστορίας. Και αυτό το κεφάλαιο της δεν μπορεί να ολοκληρωθεί όσο η δικαιοσύνη παραμένει ανεκπλήρωτος στόχος.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 19.07.2026