Είμαι στο πλοίο για Ουρουγουάη. Κλείνω τα μάτια. Αδιαπέραστα κλειστά, αναζητώντας μία εντονότερη εσωτερική εμπειρία και αυξημένη εγκεφαλική εντροπία. Αναλογίζομαι όσα είδα και έζησα τις τελευταίες ημέρες. Το χαιρέκακο υπερεγώ μου, μού προσδίδει ατάκτως ειρημένες θύμισες από όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Η ηθική συνείδηση βάλλει κατά των προσωπικών στερεοτύπων.
Πράγματι, ταξιδεύοντας στη Λατινική Αμερική, ο Ευρωπαίος κουβαλά συχνά μαζί του ένα βολικό στερεότυπο: Ότι επισκέπτεται χώρες με ταραχώδη πολιτική ιστορία, αδύναμους θεσμούς, πραξικοπήματα, αυταρχισμό και προβληματικό κράτος δικαίου.
Αν όμως διαβάσει όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα αρχίζει να αναρωτιέται μήπως, τελικά, βρέθηκε σε λάθος ήπειρο.
Γιατί στη Χιλή η μνήμη του Αλιέντε και η σκιά του Πινοσέτ υπενθυμίζουν πόσο ακριβά πληρώνεται η κατάλυση των θεσμών. Στην Αργεντινή οι «εξαφανισμένοι» της δικτατορίας παραμένουν κομμάτι της συλλογικής μνήμης. Στην Ουρουγουάη η δημοκρατική ομαλότητα θεωρείται σήμερα κατάκτηση που χρειάζεται διαρκή προστασία.
Κι εμείς, στην ευρωπαϊκή Ελλάδα του 2026;
Έχουμε το Predator και τις υποκλοπές, με ένα πολιτικό και θεσμικό τοπίο που εξακολουθεί να αφήνει βαριά ερωτήματα. Έχουμε τα Τέμπη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ και μία κοινωνία που απαιτεί όχι μόνο να μάθει την αλήθεια, αλλά και να πειστεί ότι κανείς δεν προστατεύεται επειδή βρίσκεται κοντά στην εξουσία. Έχουμε επανειλημμένες συγκρούσεις γύρω από την ανεξαρτησία των Ανεξάρτητων Αρχών, την ελευθερία του Τύπου, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας.
Και κάπου εδώ η σύγκριση αποκτά μία πικρή δόση χιούμορ.
Πηγαίνεις στη Λατινική Αμερική περιμένοντας να συζητήσεις για θεσμικές εκτροπές και καταλήγεις να σου μιλούν για το πώς θωρακίζουν τη Δημοκρατία τους. Επιστρέφεις στην Ελλάδα, στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συζητάς ποιος παρακολουθούσε ποιον, ποιος εκβιάζει ποιον ποιος γνώριζε, ποιος δεν γνώριζε και γιατί, ως συνήθως, κανείς δεν γνωρίζει τίποτε.
Το κράτος δικαίου, όμως, δεν μετριέται από το πόσες φορές επικαλούμαστε το Σύνταγμα. «Μετριέται» όταν το Σύνταγμα γίνεται ενοχλητικό για την εξουσία. Δεν αποδεικνύεται όταν οι θεσμοί λειτουργούν σε εύκολες υποθέσεις, αλλά όταν καλούνται να ελέγξουν τους ισχυρούς.
Η Ελλάδα ευτυχώς δεν είναι Λατινική Αμερική των δικτατοριών του περασμένου αιώνα. Και ακριβώς για αυτό δεν δικαιούται να συμβιβάζεται με χαμηλότερα ευρωπαϊκά πρότυπα θεσμικής λειτουργίας.
Γιατί τελικά το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη ή αν θυμίζει Λατινική Αμερική.
Το ερώτημα είναι πολύ απλούστερο:
Σε ποια χώρα θέλουμε να ζούμε; Σε εκείνη όπου η εξουσία ελέγχει τους θεσμούς ή σε εκείνη όπου οι θεσμοί ελέγχουν την εξουσία;
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 15-16.08.2026