Γράφει ο Μιχάλης Κατρίνης
Βουλευτής Ηλείας, μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής
Για τη χώρα τίθεται ένα κρίσιμο θεσμικό ερώτημα που υπερβαίνει τη συνήθη πολιτική αντιπαράθεση. Μπορεί η δημοκρατία να λειτουργεί κανονικά όταν η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τους θεσμούς ως ιδιοκτησία της, τη δικαιοσύνη ως εργαλείο και τη βουλή ως κυνικό μηχανισμό διευκόλυνσης της εκτελεστικής εξουσίας; Μπορούμε να μιλάμε για δημοκρατική λειτουργία όταν αγνοούνται συστηματικά οι ανάγκες των πολλών για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα λίγων και ισχυρών;
Η απάντηση, δυστυχώς, προκύπτει καθημερινά από τα γεγονότα. Η κυβέρνηση δεν έχει απλώς φθαρεί πολιτικά. Έχει εκτεθεί θεσμικά. Από την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων έως τις μεθοδεύσεις γύρω από τις ανεξάρτητες αρχές και από την άρνηση ουσιαστικής διερεύνησης σοβαρών σκανδάλων έως την εργαλειοποίηση κοινοβουλευτικών διαδικασιών, διαμορφώνεται ένα σταθερό μοτίβο. Όταν η αλήθεια ενοχλεί, επιχειρείται η -με κάθε τρόπο- συγκάλυψή της. Όταν οι θεσμοί δεν βολεύουν, παρακάμπτονται. Όταν οι ευθύνες φτάνουν στο κατώφλι του Μαξίμου, στήνονται αναχώματα.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών παραμένει η πιο βαριά σκιά πάνω από τη δημόσια ζωή. Δεν είναι ένα «παλιό θέμα», όπως θα ήθελε το Μέγαρο Μαξίμου να περάσει στο συλλογικό υποσυνείδητο. Είναι ανοιχτή πληγή για το κράτος δικαίου. Όταν ένας πολιτικός αρχηγός, υπουργοί, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, ανώτεροι αξιωματικοί και δημόσια πρόσωπα βρίσκονται στο στόχαστρο παρακολουθήσεων και όταν η διερεύνηση εμποδίζεται σθεναρά, υπάρχει μείζον ζήτημα δημοκρατικής τάξης.
Παράλληλα, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκάλυψε μία άλλη όψη του ίδιου συστήματος. Ένα κράτος που διαφημίστηκε ως επιτελικό, αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός αδιαφάνειας, πελατειακής διαχείρισης και παράνομου πλουτισμού. Με τον λογαριασμό να πηγαίνει στους πραγματικούς αγρότες που χάνουν χρήματα, τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους που βλέπουν κόπους μίας ζωής να εξανεμίζονται.
Την ίδια ώρα, η ακρίβεια συνθλίβει τα νοικοκυριά. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για δείκτες, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών αγωνιά καθημερινά με άδεια πορτοφόλια. Όλοι οι δείκτες πληθωρισμού στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 2026 ήταν 50% υψηλότεροι από τον μ.ο. της Ευρωζώνης. Μιλά για ανάπτυξη που δεν φτάνει στο σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο, το ρεύμα, τη δόση του δανείου. Μιλά για μεταρρυθμίσεις, αλλά κάθε φορά που πιέζεται, καταφεύγει σε εξαγγελίες και επιδόματα χωρίς πραγματικό κοινωνικό αντίκρισμα. Όχι επειδή δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά αλλά επειδή συνειδητά δεν θέλει.
Γι’ αυτό άλλωστε και προσπαθεί να παρουσιάσει κάθε προοδευτική πρόταση ως δήθεν επικίνδυνη ή ανεφάρμοστη. Το έκανε με την κοινωνική κατοικία. Το κάνει με τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά. Το κάνει με την πιλοτική εφαρμογή της τετραήμερης εργασίας, που σε ευρωπαϊκές χώρες δοκιμάζεται, αξιολογείται και σε πολλές περιπτώσεις αποδίδει. Η κυβέρνηση απορρίπτει τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ όχι επειδή δεν είναι ρεαλιστικές αλλά γιατί τις φοβάται. Είναι προτάσεις που δείχνουν ότι υπάρχει άλλος δρόμος, πιο δίκαιος, πιο σύγχρονος, πιο ευρωπαϊκός.
Συνδέοντας τις «τελείες» των γεγονότων, αναδύεται η εικόνα ενός καθεστώτος παρακμής. Η πολιτική αλλαγή δεν είναι σύνθημα. Είναι αναγκαιότητα που συνειδητοποιείται καθημερινά από μία ολοένα και διευρυνόμενη πλειοψηφία ως προϋπόθεση δημοκρατικής επανεκκίνησης και κοινωνικής ανασυγκρότησης.
Το ΠΑΣΟΚ οφείλει και μπορεί να εκφράσει αυτό το πλειοψηφικό αίτημα. Με προοδευτικό όραμα και δημοκρατικό πρόγραμμα. Με επιστροφή της ηθικής στην πολιτική, σε απόλυτη σύγκρουση με την αλαζονεία και την αντίληψη που θεωρεί πως «όλα επιτρέπονται». Με τους πολίτες συνδιαμορφωτές μιας καλύτερης Ελλάδας για όλους.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 10.05.2026