*Η Μαρία Αραμπατζή είναι Ψυχολόγος - Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Μια σχολική τσάντα οργανώνει, με τον πιο καθημερινό τρόπο, μια μικρή ταξινόμηση του κόσμου: πράγματα που χρειάζονται, πράγματα που ξεχνιούνται και πράγματα που δεν θα έπρεπε καν να ανήκουν στην κατηγορία του «μην ξεχάσω».
Κι όμως, κάποια στιγμή, ένα μαχαίρι μπορεί να αλλάξει κατηγορία.
Ίσως εκεί βρίσκεται μια λιγότερο ορατή πλευρά της βίας μεταξύ ανηλίκων. Όχι μόνο στο πώς βρέθηκε σε μια σχολική τσάντα, αλλά στο πότε έπαψε να είναι ξένο προς αυτήν.
Γιατί δεν χρειάζεται μόνο να βρεθεί μέσα της. Χρειάζεται πρώτα να έχει αποκτήσει θέση στο ρεπερτόριο των νοητών απαντήσεων ενός παιδιού. Να έχει διανύσει εκείνη την αθέατη απόσταση από το «αυτό δεν γίνεται» στο «αυτό μπορώ να το κάνω».
Το να κατανοήσουμε πώς διανύθηκε αυτή η απόσταση δεν καθιστά την πράξη λιγότερο απαράδεκτη· καθιστά, όμως, την πρόληψή της λιγότερο επιφανειακή.
Πριν η βία γίνει πράξη, έχει ήδη μετακινηθεί το όριο του δυνατού.
Κάθε κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνει ένα άτυπο κατώφλι του αδιανόητου: όχι μόνο τι απαγορεύεται, αλλά τι εξακολουθεί να βρίσκεται έξω από το φάσμα των διαθέσιμων απαντήσεων. Και αυτό το κατώφλι δεν μετατοπίζεται πάντοτε θεαματικά. Μπορεί να υποχωρεί σε χιλιοστά, κάθε φορά που η απειλή γίνεται οικεία, η ταπείνωση θέαμα και η πρόκληση φόβου εκλαμβάνεται ως ισχύς.
Ίσως αυτή να είναι μία από τις βαθύτερες λειτουργίες του πολιτισμού: δεν οργανώνει μόνο όσα επιτρέπεται να κάνουμε· περιφρουρεί και όσα οφείλουν να παραμένουν αδιανόητα ως λύσεις.
Γιατί όταν ένα μαχαίρι φτάσει στη σχολική τσάντα, η κρισιμότερη διαδρομή του μπορεί να έχει ήδη τελειώσει.
Και τότε η ερώτηση γίνεται σχεδόν αφοπλιστική:
Τι έχει ήδη συμβεί, όταν ένα παιδί πρέπει να θυμηθεί το μαχαίρι του πριν φύγει για το σχολείο;