Μισθοί: Πόσο θα ανεβούν φέτος - Ο ανήφορος των αυξήσεων και οι… επικίνδυνες στροφές

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου που μπλοκάρουν μία ομαλή πορεία απογείωσης των αμοιβών

Ρότα ανόδου κατώτατου και μέσου μισθού χαράσσει η κυβέρνηση με τις «φουρτούνες» στο απαιτητικό αυτό ταξίδι να μην είναι λίγες, καθώς εμπόδιο στις επιδιωκόμενες αυξήσεις στέκονται χρόνιες στρεβλώσεις και μελανά σημεία του σκληρού πυρήνα της εγχώριας οικονομίας.

Η μισθολογική εικόνα στον ιδιωτικό τομέα μεταβάλλεται με αργά αλλά σταθερά βήματα, με το 2026 να είναι από τους πλέον κρίσιμους σταθμούς στη διαδρομή προς τον κυβερνητικό στόχο του μέσου μισθού των 1.500 ευρώ μικτά. Αν η σημερινή δυναμική διατηρηθεί, το όριο αυτό δεν αποκλείεται να προσεγγιστεί νωρίτερα από το 2027. Ωστόσο, δεν είναι όλα τόσο… ρόδινα με την παραγωγικότητα της εργασίας να παρεκκλίνει από το στόχο.

Οι τρέχουσες εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι με ετήσιες αυξήσεις κοντά στο 5%, ο μέσος μεικτός μισθός πλήρους απασχόλησης θα μπορούσε το 2026 να φτάσει τα 1.460–1.470 ευρώ μικτά (1.144 ευρώ περίπου καθαρά).

Ο κατώτατος στο δρόμο για τα 980 ευρώ

Στο πλαίσιο αυτό, είναι ζήτημα χρόνου είναι να αρχίσει ο διάλογος για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, με την τελική απόφαση να αναμένεται έως τα μέσα Μαρτίου, προκειμένου να τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου 2026.

Οι κοινωνικοί εταίροι θα κληθούν σε διαβούλευση με το υπουργείο Εργασίας όπου θα καταθέσουν τις προτάσεις και τις εκτιμήσεις τους και έπειτα θα ακολουθήσει το πόρισμα της διαβούλευσης και εν συνέχεια η εισήγηση της υπουργού προς το υπουργικό συμβούλιο.

Ο νέος κατώτατος μισθός θα εφαρμόζεται ενιαία σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Στην περίπτωση του Δημοσίου, η αύξηση θα είναι οριζόντια στους βασικούς μισθούς όλων των μισθολογικών κλιμακίων και σε όλες τις κατηγορίες προσωπικού

Σύμφωνα με τα επικρατέστερα σενάρια, η κατεύθυνση της αύξησης θεωρείται σε μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένη, καθώς απομένουν περίπου 70 ευρώ για να επιτευχθεί ο κυβερνητικός στόχος των 950 ευρώ (μικτά) έως την άνοιξη του 2027.

Ένα άλλο σενάριο προβλέπει αύξηση 35 ευρώ τον Απρίλιο και άλλα 35 ευρώ τον Απρίλιο του 2027, αυξάνοντας τον κατώτατο μισθό από τα 880 ευρώ σήμερα στα 915 ευρώ και στη συνέχεια στα 950 ευρώ.

Παράλληλα, φαίνεται να εξετάζεται και η περίπτωση μιας αύξησης της τάξης των 40-50 ευρώ από τον Απρίλιο φέτος, γεγονός που θα οδηγούσε τον κατώτατο μισθό στα στα 930 ευρώ μικτά (περίπου 780 ευρώ καθαρά) και, με τη δεύτερη αύξηση το 2027, να ξεπεράσει τα 950 ευρώ, φτάνοντας ακόμη και τα 970 – 980 ευρώ (περίπου 813 ευρώ καθαρά).

Βεβαίως η συζήτηση για τον νέο κατώτατο μισθό πάει πακέτο και με τις φορολογικές ελαφρύνσεις που ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2026. Η μείωση της μηνιαίας παρακράτησης φόρου για μισθωτούς και συνταξιούχους αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω το καθαρό εισόδημα.

Εκτιμάται ότι περισσότερο ωφελημένοι θα είναι περίπου 270.000 νέοι εργαζόμενοι έως 30 ετών που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, οι εργαζόμενοι έως 25 ετών θα έχουν μηδενικό φόρο, ενώ για την ηλικιακή ομάδα 26 με 30 ετών οι κρατήσεις μειώνονται σημαντικά.

Πιο δύσκολα ανεβαίνουν οι υψηλότεροι μισθοί

daneismos-lefta-eurozoni.jpg?v=0

Ωστόσο, όπως καταγράφουν και τα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος, µικρό µέρος της αύξησης των κατώτατων ορίων µεταφέρεται στις υψηλότερες αποδοχές, µε αποτέλεσµα οι μέσοι µισθοί να παραµένουν στην πλειονότητά τους συρρικνωμένοι.

Τον πιο κρίσιμο ρόλο για υψηλότερους μισθούς θα παίξουν η αύξηση του αριθμού των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Οι προσδοκίες από τη συµφωνία κυβέρνησης - κοινωνικών εταίρων για την αύξηση των συλλογικών συµβάσεων σε όσο το δυνατόν περισσότερους κλάδους είναι υψηλές και εκτιµάται ότι θα αρχίσουν να µετατρέπονται σε αυξήσεις αποδοχών εντός του έτους, αν οι κοινωνικοί εταίροι αξιοποιήσουν τις διευκολύνσεις της συµφωνίας που θα προωθηθεί στη Βουλή τους επόµενους µήνες.

Την ίδια στιγμή, στην εξίσωση μπαίνει και ένα άλλο αγκάθι, η χαµηλή παραγωγικότητα, η οποία αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην προοπτική αύξησης των µισθών. Μάλιστα ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) στην πρόσφατη έκθεσή του επισηµαίνει για την Ελλάδα ότι θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή οι αυξήσεις των µισθών να µην υπερβαίνουν την παραγωγικότητα, όπως συνέβη το 2024 όπου η ονοµαστική αύξηση των µισθών (7,2%) ξεπέρασε τη µεταβολή του ονοµαστικού ΑΕΠ (5,6%).

Επίσης, ο ΟΟΣΑ εκτιµά ότι το β’ εξάµηνο του 2025 το µισθολογικό κόστος αυξήθηκε κατά 8,7%, µε αποτέλεσµα να διαβρωθεί και να υπονοµευτεί, όπως υποστηρίζει, µελλοντική αναπτυξιακή πορεία της χώρας.

Την ίδια ώρα και η ΤτΕ στις τελευταίες της εκθέσεις επισηµαίνει ότι οι µισθολογικές αυξήσεις δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, γεγονός που κρύβει κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα της οικονοµίας.

Σύµφωνα µε την ΤτΕ, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σηµαντικά του ευρωπαϊκού µέσου όρου στην παραγωγικότητα, µε αποτέλεσµα οι αυξήσεις µισθών να µεταφράζονται ευκολότερα σε αυξηµένο κόστος παραγωγής και πληθωριστικές πιέσεις.

Έτσι, παραµένει ισχυρή η σύσταση για µετριοπαθείς αυξήσεις, σε συνδυασµό µε επενδύσεις σε δεξιότητες και τεχνολογία. Ειδικά στην Ενδιάµεση Εκθεση για τη Νοµισµατική Πολιτική η κεντρική τράπεζα ξεκαθαρίζει ότι η αύξηση των αµοιβών δεν πρέπει να γίνεται σε βάρος της παραγωγικότητας και να επιβαρύνει το µοναδιαίο κόστος εργασίας, με δεδομένο πως κάτι τέτοιο θα υπονόµευε την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονοµίας.

*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 18/1/2026

Loader