Νόμπελ Λογοτεχνίας: Η Έρση Σωτηροπούλου στην ίδια απόδοση με τον Σαλμάν Ρούσντι στα στοιχήματα

Η πραγματική λίστα παραμένει κλειστή - Οι υποψηφιότητες και οι σχετικές κρίσεις της επιτροπής προστατεύονται για πενήντα χρόνια

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

- Newsroom

Καθώς η Σουηδική Ακαδημία ανακοινώνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας στις 8 Οκτωβρίου, τα στοιχήματα παίρνουν φωτιά και μια παράξενη ακολουθία νικητών τροφοδοτεί τις προβλέψεις. Η Έρση Σωτηροπούλου βρίσκεται ξανά στις λίστες, θυμίζοντας την εποχή που περιμέναμε να φέρει το Νόμπελ στην Ελλάδα η Κική Δημουλά.

Το τηλεγράφημα έφτασε στην Τυνησία, όπου ο Σάμιουελ Μπέκετ έκανε διακοπές με τη σύζυγό του, Σουζάν, τον Οκτώβριο του 1969. Ο Γάλλος εκδότης του γνώριζε πόσο απρόθυμος ήταν ο συγγραφέας να γίνει δημόσιο θέαμα και συνόδευσε την είδηση με μια συμβουλή: «Παρ’ όλα αυτά, σου έδωσαν το Νόμπελ. Σου συνιστώ να κρυφτείς». Η Σουζάν αναφώνησε «Τι καταστροφή», αναλογιζόμενη όσα θα ακολουθούσαν για έναν άνθρωπο που είχε οργανώσει τη ζωή του ώστε να μπορεί να γράφει μακριά από την προσοχή του κόσμου.

Ο συγγραφέας του «Περιμένοντας τον Γκοντό» ήξερε ότι το βραβείο θα έφερνε δημοσιογράφους, προσκλήσεις και αιτήματα για συνεντεύξεις, ότι η ήσυχη, αυστηρά ιδιωτική ζωή του κινδύνευε.

Πενήντα επτά χρόνια αργότερα, ένας άλλος συγγραφέας πρόκειται να δεχθεί ένα τηλεφώνημα από τη Στοκχόλμη που θα αναστατώσει την καθημερινότητά του. Την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου, στις 14.00 ώρα Ελλάδος περίπου, η Σουηδική Ακαδημία θα ανακοινώσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2026. Το βραβείο συνοδεύεται φέτος από 12 εκατομμύρια σουηδικές κορώνες, περίπου 1,06 εκατομμύρια ευρώ, και από την προοπτική να αναζητούν ξαφνικά τα βιβλία σου άνθρωποι που μέχρι εκείνο το μεσημέρι αγνοούσαν το όνομά σου.

Μέχρι τότε, κριτικοί, αναγνώστες και στοιχηματικές εταιρείες εξετάζουν ηλικίες, γλώσσες, εθνικότητες και προηγούμενες διακρίσεις, σαν να υπάρχει κάποια λεπτομέρεια που θα προδώσει την απόφαση. Η πραγματική λίστα παραμένει κλειστή. Οι υποψηφιότητες και οι σχετικές κρίσεις της επιτροπής προστατεύονται για πενήντα χρόνια, οπότε ακόμη και η λέξη «υποψήφιος», όταν εμφανίζεται αυτές τις ημέρες δίπλα σε ένα διάσημο όνομα, συχνά περιγράφει περισσότερο την προσδοκία εκείνων που το προτείνουν δημοσίως παρά μια επίσημη γνώση για την πορεία του.

Η Έρση Σωτηροπούλου και τα στοιχήματα

Στις αποδόσεις της Ladbrokes που δημοσίευσε το Literary Hub στις 29 Σεπτεμβρίου, προηγείται η Κινέζα Καν Σουέ με 10 προς 1. Ακολουθεί ο Χαρούκι Μουρακάμι με 14 προς 1, ενώ ο Αυστραλός Τζέραλντ Μερνέιν και ο Αμερικανός Τόμας Πίντσον βρίσκονται στο 16 προς 1. Λίγο παρακάτω συναντά κανείς τη Μάργκαρετ Άτγουντ, τον Μισέλ Ουελμπέκ, την Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα, τον Ενρίκε Βίλα-Μάτας, τη Λίντια Ζόρζε και τη Λιουντμίλα Ουλίτσκαγια.

Ανάμεσά τους, με απόδοση 25 προς 1, εμφανίζεται η Έρση Σωτηροπούλου, στην ίδια κατηγορία με τον Σαλμάν Ρούσντι, τον Ντον Ντε Λίλο, την Ντέμπορα Λίβι και τον Μιρτσέα Καρταρέσκου. Η παρουσία της προσθέτει ένα ελληνικό ενδιαφέρον στην αναμονή, χωρίς να αποκαλύπτει τι συζητείται μέσα στην Ακαδημία. Οι αποδόσεις έχουν, άλλωστε, τις δικές τους ιδιομορφίες: στην ίδια λίστα η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ βρίσκεται στο 50 προς 1, μαζί με τη Λουίζ Έρντριτς και τη Γιόκο Ταουάντα.

Η διεθνής αναγνώριση της Έρσης Σωτηροπούλου επισφραγίστηκε με το «Τι μένει από τη νύχτα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2015), που ακολουθεί τον νεαρό Καβάφη στο Παρίσι. Το μυθιστόρημα τιμήθηκε στη Γαλλία με το Βραβείο Μεσόγειος Καλύτερου Ξένου Μυθιστορήματος το 2017, ενώ η αγγλική μετάφραση της Κάρεν Έμεριχ απέσπασε το Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης της Αμερικανικής Ένωσης Λογοτεχνικών Μεταφραστών (ALTA) το 2019. Είχε προηγηθεί η υποψηφιότητα της γαλλικής έκδοσης της «Εύας» για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Βιβλίου, ενώ η ίδια έχει τιμηθεί και με το Βραβείο Ποίησης Dante Alighieri στην Ιταλία.



Μέσα από τις μεταφράσεις και τις διακρίσεις, το έργο της αποκτά αναγνώστες και υποστηρικτές πέρα από τα ελληνικά σύνορα, φτάνοντας σε περισσότερους από τους ανθρώπους που διαμορφώνουν τη διεθνή συζήτηση για τη λογοτεχνία. Η μετάφραση δεν εξασφαλίζει ένα Νόμπελ· επιτρέπει όμως σε ένα έργο να διαβαστεί, να συζητηθεί και να συγκριθεί μέσα σε ένα πεδίο πολύ ευρύτερο από τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε.

Η περίπτωση της Κικής Δημουλά

Στην Ελλάδα, αυτή η προσμονή είχε επί χρόνια το πρόσωπο της Κικής Δημουλά. Ήδη τον Ιανουάριο του 2005, σε συνάντηση με αναγνώστες στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηλιούπολης, τη ρωτούσαν για το ενδεχόμενο να προταθεί για το Νόμπελ. Η απάντησή της, όπως καταγράφηκε και δημοσιεύθηκε τότε, περιείχε την επιφυλακτικότητα και το σκοτεινό χιούμορ της: «Δεν βάζω ποτέ κάτι τέτοιο στο μυαλό μου. Ελπίζω, πάντως, αν συμβεί, να μην αφορά μόνο την υστεροφημία μου».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ελπίδα για ένα τρίτο ελληνικό Νόμπελ, μετά τον Σεφέρη και τον Ελύτη, απέκτησε συγκεκριμένα στηρίγματα. Η Δημουλά μπήκε στον κατάλογο του Γκαλιμάρ το 2010, ενώ το 2012 οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Γέιλ εξέδωσαν την αγγλόφωνη ανθολογία «The Brazen Plagiarist», σε μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου και της Ρίκα Λέσερ. Η ποίησή της έφτανε σε περισσότερους αναγνώστες και κάθε τέτοια είδηση έδινε νέα επιχειρήματα σε όσους περίμεναν να ακούσουν το όνομά της από τη Σουηδία.

Στις 16 Ιανουαρίου 2020 η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη απέστειλε επιστολή στη Σουηδική Ακαδημία προτείνοντας τη Δημουλά για το βραβείο. Η επιστολή δημοσιοποιήθηκε μετά τον θάνατο της ποιήτριας, στις 22 Φεβρουαρίου. Πόσο κοντά είχε φτάσει πραγματικά στη βράβευση παραμένει άγνωστο. Ανάμεσα στις μεταφράσεις, στις δημόσιες προτάσεις και στις προσδοκίες μας μεσολαβούσαν οι απόρρητες συζητήσεις της Ακαδημίας και δεκαπέντε χρόνια από εκείνη την απάντηση στην Ηλιούπολη για την υστεροφημία.

Το μοτίβο των τελευταίων χρόνων

Από το 2018, το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται εναλλάξ σε γυναίκες και άνδρες, κι αυτό δίνει φέτος ένα ακόμη επιχείρημα σε όσους ποντάρουν σε συγγραφέα γυναίκα: Όλγκα Τοκάρτσουκ, Πέτερ Χάντκε, Λουίζ Γκλικ, Αμπντουλραζάκ Γκούρνα, Ανί Ερνό, Γιον Φόσε, Χαν Γκανγκ, Λάσλο Κρασναχορκάι. Αν η ακολουθία συνεχιστεί, το επόμενο όνομα θα ανήκει σε γυναίκα. Καμία επίσημη δέσμευση δεν επιβάλλει αυτή την εναλλαγή, όμως στη σιωπή πριν από την ανακοίνωση ακόμη και μια παρατήρηση πάνω στον κατάλογο των νικητών αποκτά το βάρος στοιχείου.

Η Καν Σουέ συγκεντρώνει, έτσι, ακόμη περισσότερα βλέμματα. Η Κινέζα συγγραφέας, που υπογράφει με ψευδώνυμο και λέγεται Ντενγκ Σιαοχουά, γράφει μια απαιτητική, πειραματική λογοτεχνία, στην οποία το όνειρο διαπερνά την καθημερινότητα και η πραγματικότητα χάνει τις βεβαιότητές της. Έργα της έχουν βρεθεί στη μακρά λίστα του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ, ενώ η ίδια έχει επανειλημμένως προηγηθεί στα προγνωστικά του Νόμπελ χωρίς να βραβευθεί. Όσο επιστρέφει το όνομά της, τόσο συσσωρεύεται γύρω του η αίσθηση μιας κάποιας εκκρεμότητας.

Ο Χαρούκι Μουρακάμι γνωρίζει αυτή την «εκκρεμότητα» ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε. Κάθε φθινόπωρο επανέρχεται μια συζήτηση στην οποία η παγκόσμια δημοτικότητά του λειτουργεί άλλοτε ως επιχείρημα υπέρ του και άλλοτε ως λόγος για να θεωρηθεί απίθανη η επιλογή του. Ο Πίντσον, η Άτγουντ και ο Ντε Λίλο έχουν, επίσης, αποκτήσει μια δεύτερη δημόσια βιογραφία, γραμμένη από όσους μετρούν τα χρόνια που περνούν χωρίς να βραβεύονται.

H διαδικασία επιλογής

Η διαδικασία αρχίζει μήνες πριν από εκείνη την πόρτα που ανοίγει τον Οκτώβριο στη Στοκχόλμη. Μέχρι τις 31 Ιανουαρίου, καθηγητές Λογοτεχνίας και Γλωσσολογίας, προηγούμενοι νομπελίστες, μέλη ακαδημιών και εκπρόσωποι σημαντικών ενώσεων συγγραφέων καταθέτουν τις προτάσεις τους. Οι υποψηφιότητες συγκεντρώνονται σε έναν κατάλογο που φτάνει περίπου τα διακόσια ονόματα και παραδίδεται στην Επιτροπή Νόμπελ, μια μικρή ομάδα μελών της Σουηδικής Ακαδημίας, η οποία συνεδριάζει καθ’ όλη τη διάρκεια της άνοιξης.

Η Επιτροπή εξετάζει τα έργα, ζητάει ειδικές εκθέσεις και, όταν χρειάζεται, αναθέτει μεταφράσεις ώστε να μπορέσει να διαβάσει συγγραφείς που δεν γράφουν σε γλώσσες γνωστές στα μέλη της. Τον Απρίλιο περιορίζει τον αρχικό κατάλογο σε περίπου είκοσι με είκοσι πέντε ονόματα και, ύστερα από συζητήσεις και εισηγήσεις, καταλήγει τον Μάιο στην τελική πεντάδα.

Από εκείνη τη στιγμή, τα δεκαοκτώ μέλη της Ακαδημίας αναλαμβάνουν να διαβάσουν μέσα στο καλοκαίρι το έργο των πέντε υποψηφίων. Τα μέλη της Επιτροπής συντάσσουν αναλυτικές εισηγήσεις για τον καθέναν και υποστηρίζουν τον συγγραφέα που θεωρούν καταλληλότερο. Οι εισηγήσεις διανέμονται πριν από την πρώτη φθινοπωρινή συνεδρίαση, που πραγματοποιείται συνήθως μετά τις 15 Σεπτεμβρίου. Ακολουθούν τουλάχιστον τρεις συναντήσεις, συζητήσεις και ψηφοφορίες. Για να είναι έγκυρη η απόφαση, ένας υποψήφιος πρέπει να συγκεντρώσει περισσότερες από τις μισές ψήφους.

Αυτή είναι η μόνη εικόνα που επιτρέπεται να έχουμε για τη διαδικασία. Τα πρακτικά, οι εισηγήσεις και οι υποψηφιότητες παραμένουν απόρρητα για πενήντα χρόνια. Μέσα σε αυτή τη σιωπή, η τελική πεντάδα γίνεται το μοναδικό ορατό ίχνος μιας απόφασης που έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται, χωρίς κανείς έξω από την Ακαδημία να γνωρίζει ποιο όνομα προηγείται πραγματικά.

Η υπομονή δεν ανταμείβεται πάντα

Ο Τζέραλντ Μερνέιν προσθέτει στην αναμονή μια διαφορετική περιέργεια. Ο Αυστραλός συγγραφέας, που έχει ζήσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στη Βικτώρια, χωρίς να ταξιδέψει ποτέ με αεροπλάνο και χωρίς να εγκαταλείψει τη χώρα του, έχει αφιερώσει τη γραφή του σε τοπία, εικόνες και στις διαδρομές της μνήμης. Μια πιθανή βράβευσή του θα έφερνε στο κέντρο της παγκόσμιας προσοχής έναν άνθρωπο που έχει κρατήσει μεγάλη απόσταση από τη συνήθη κοινωνική ζωή της λογοτεχνίας.

Η ιστορία του Νόμπελ δεν εγγυάται ότι η αναμονή ανταμείβεται. Ο Φίλιπ Ροθ και ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ έμειναν εκτός, όπως έμειναν ο Τζόις, η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Καβάφης. Κάθε νέα ανακοίνωση συνοδεύεται από την ανάκληση των παλιών παραλείψεων, λες και μαζί με τον φετινό νικητή κρίνονται εκ νέου όλες οι προηγούμενες επιτροπές.

Η διαδικασία έχει και τη δική της θεσμική αμηχανία. Δεκαοκτώ Σουηδοί συγγραφείς, ιστορικοί της λογοτεχνίας, γλωσσολόγοι και νομικοί καλούνται να αποφασίσουν ποιο έργο θα εκπροσωπήσει, για μια ολόκληρη χρονιά, τη λογοτεχνία του κόσμου. Διαβάζουν σε διαφορετικές γλώσσες, μέσα από μεταφράσεις και ειδικές εκθέσεις, και πρέπει να σταθμίσουν έργα που γεννήθηκαν σε διαφορετικές ιστορικές, πολιτικές και λογοτεχνικές συνθήκες. Η κρίση τους είναι θεσμική, αλλά παραμένει ανθρώπινη: Εξαρτάται από την ανάγνωση, τη μνήμη, την πείρα και την ευαισθησία εκείνων που κάθονται γύρω από το ίδιο τραπέζι.

Η πολιτική περιπλέκει ακόμη περισσότερο τις προβλέψεις. Η θεωρία ότι η Ακαδημία αποφεύγει συγκεκριμένες χώρες ή συγγραφείς από περιοχές όπου μαίνονται συγκρούσεις προσφέρει εύκολες εξηγήσεις, χωρίς να αποτελεί γνωστό κανόνα επιλογής. Η ιστορία του βραβείου έχει δείξει ότι η Στοκχόλμη μπορεί να αγνοήσει τις προσδοκίες, τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τα ονόματα που θεωρούνται αυτονόητα.

Η κρίση του 2018

Η ίδια η Ακαδημία έζησε μια κρίση που απείλησε τη δυνατότητά της να απονέμει το βραβείο. Το 2017, δεκαοκτώ γυναίκες κατήγγειλαν για σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση τον Ζαν-Κλοντ Αρνό, σύζυγο της ποιήτριας και μέλους της Ακαδημίας, Καταρίνα Φρόστενσον. Ο Αρνό καταδικάστηκε αργότερα για βιασμό, όμως η υπόθεση έφερε στην επιφάνεια και μια σειρά θεσμικών προβλημάτων.

Ο πολιτιστικός χώρος Forum, που διατηρούσε το ζευγάρι στη Στοκχόλμη, είχε χρηματοδοτηθεί από τη Σουηδική Ακαδημία, παρότι η Φρόστενσον ήταν συνιδιοκτήτριά του. Η έρευνα που ανατέθηκε από την Ακαδημία διαπίστωσε παραβίαση των κανόνων περί σύγκρουσης συμφερόντων, καθώς και παραβίαση του απορρήτου της διαδικασίας των Νόμπελ. Είχαν, επίσης, διατυπωθεί καταγγελίες ότι ο Αρνό γνώριζε και διοχέτευε ονόματα βραβευμένων πριν από τις επίσημες ανακοινώσεις.

Οι διαφωνίες για τις ευθύνες και την παραμονή της Φρόστενσον δίχασαν την Ακαδημία. Ακολούθησαν αποχωρήσεις μελών, η αποχώρηση της μόνιμης γραμματέως της, Σάρα Ντάνιους, και μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Τον Μάιο του 2018 η Ακαδημία ανακοίνωσε ότι δεν θα απονείμει εκείνη τη χρονιά το Νόμπελ Λογοτεχνίας, επικαλούμενη τη μείωση των ενεργών μελών της και την ανάγκη να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της. Το βραβείο του 2018 απονεμήθηκε τελικά το 2019 στην Όλγκα Τοκάρτσουκ, την ίδια χρονιά που ανακοινώθηκε και ο Πέτερ Χάντκε.

Στις 8 Οκτωβρίου, μόλις ακουστεί το όνομα, θα αρχίσει η αναζήτηση των βιβλίων του ή της συγγραφέα που θα κερδίσει, οι εκδότες θα ελέγξουν τα αποθέματά τους και οι πρώτες αντιρρήσεις θα εμφανιστούν προτού ολοκληρωθεί η ανάγνωση του σκεπτικού. Και ο/η συγγραφέας που μέχρι το προηγούμενο βράδυ δούλευε το επόμενο βιβλίο του θα αναρωτιέται πότε θα τον αφήσουν να επιστρέψει σε αυτό - και που θα επενδύσει το 1 εκατομμύριο ευρώ.

Πηγή: iefimerida.gr

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA