Ο «χάρτης» των εταιρειών spin-offs στη Θεσσαλονίκη - Οι δυσκολίες, η προοπτική και ο ρόλος των ΕΚΕΤΑ, ΑΠΘ, ΔΙΠΑΕ και ΠΑΜΑΚ

Στην πόλη λειτουργούν συνολικά 44 εταιρείες-τεχνοβλαστοί

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

- Newsroom

Σε 44 ανέρχονται συνολικά οι ενεργές εταιρείες-τεχνοβλαστοί (spin-offs), που λειτουργούν στη Θεσσαλονίκη, αξιοποιώντας τα αποτελέσματα της έρευνας που παράγεται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα για να «ξεκλειδώσουν» την αγορά, διασχίζοντας -ορισμένες εξ αυτών- τα σύνορα της Ευρώπης.

Τον δρόμο της επιχειρηματικότητας φαίνεται πως ανακαλύπτουν, παρά τις πολλές δυσκολίες, ολοένα περισσότεροι ερευνητές και ερευνήτριες, καθώς άλλες 17 spinoff πρόκειται να ιδρυθούν στα αμέσως επόμενα χρόνια, σύμφωνα με πληροφορίες που συγκέντρωσε το ΑΠΕ-ΜΠΕ, συζητώντας με τους επικεφαλής τεσσάρων Γραφείων Μεταφοράς Τεχνολογίας (ΓΜΤ).

Αποδίδουν αυτές οι εταιρείες; Στην πλειονότητά τους, τα νούμερα δεν δικαιώνουν -σε όρους τζίρων τουλάχιστον- την τεράστια προσπάθεια που απαιτείται, για να εργάζεσαι ως ερευνητής και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεσαι στις ανάγκες μιας αναπτυσσόμενης επιχείρησης. Οι τζίροι των περισσότερων είναι πολύ χαμηλοί, αν και στην πρωτοπορία υπάρχουν λίγες εταιρείες, οι οποίες έχουν κλιμακώσει σημαντικά την εμπορική τους δραστηριότητα και παρουσιάζουν σημαντικούς κύκλους εργασιών.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην απασχόληση: πολλοί από τους τεχνοβλαστούς απασχολούν μόνο τον ιδρυτή ή την ιδρύτριά τους, πιθανώς και ένα ή δύο άτομα ακόμη. Οι πιο ώριμες εταιρείες όμως, έχουν στο μισθολόγιό τους διψήφιο αριθμό εργαζομένων. Κάποιες έχουν προσελκύσει σημαντικές χρηματοδοτήσεις, ενώ ορισμένες έχουν ανοίξει τα «φτερά» τους και τις αγορές του εξωτερικού, φτάνοντας και σε χώρες εκτός Ευρώπης.

Μπορεί ο όρος «spin-off» ν'ακούγεται και να συζητιέται μόλις τα τελευταία λίγα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, αλλά διόλου νέος είναι. Η πρώτη spinoff της πόλης ιδρύθηκε στο ΑΠΘ το 2007, σε μια Θεσσαλονίκη πολύ διαφορετική: η πόλη είχε ακόμη δύο και όχι τρία πανεπιστήμια, η Νέα Παραλία της θα αργούσε ακόμη να αναπλαστεί και το ανασκαφικό έργο στον σταθμό Βενιζέλου του Μετρό δεν είχε ακόμη αρχίσει. Η πρώτη αυτή spinoff ήταν η πολύ καινοτόμος Exothermia, η οποία εξαγοράστηκε από την Gamma Technologies (GT) το 2021. Ακολούθησε το 2010 ο πρώτος τεχνοβλαστός του ΕΚΕΤΑ, η Clean Energy ΕΠΕ, που ιδρύθηκε ως spin-off του ΙΔΕΠ (Ινστιτούτο Χημικών Διεργασιών & Ενεργειακών Πόρων).

Σημαντική περαιτέρω ώθηση στη δημιουργία και ανάπτυξη τεχνοβλαστών αναμένεται να δώσει το νέο Δίκτυο Γραφείων Μεταφοράς Τεχνολογίας ΣΠΕΙΡΑ+, με συντονιστή το ΕΚΕΤΑ και μέλη τα ΓΜΤ των ΑΠΘ, ΔΙΠΑΕ, ΠΑΜΑΚ και Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Συνολικά, τα πέντε ιδρύματα του Δικτύου θέτουν ως στόχο τη δημιουργία περισσότερων από 20 νέων τεχνοβλαστών κατά την περίοδο λειτουργίας του, μια κρίσιμη μάζα που μπορεί να αλλάξει αισθητά το τοπίο των spin-offs στη Θεσσαλονίκη και ευρύτερα στη Βόρεια Ελλάδα.

Το ΑΠΕ-ΜΠΕ χαρτογραφεί στην έρευνά του το τοπίο γύρω από τις εταιρείες-τεχνοβλαστούς της Θεσσαλονίκης. Πόσες είναι, τι τζίρους κάνουν, πόσους ανθρώπους απασχολούν, αν αντλούν χρηματοδοτήσεις και ποια είναι τα κυριότερα προβλήματα τόσο κατά την ίδρυση, όσο και κατά τη λειτουργία τους.

Για τους σκοπούς της έρευνας το ΑΠΕ-ΜΠΕ συνομίλησε με τους υπεύθυνους των Γραφείων Μεταφοράς Τεχνολογίας (ΓΜΤ) του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), Κατερίνα Παπαδοπούλου, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Έρη Τόκα, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (ΠΑΜΑΚ), Κωνσταντίνο Φούσκα και του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος (ΔΙΠΑΕ), Πέτρο Σαμαρά.

ΕΚΕΤΑ: Οι 24+5 spinoff και το εξωστρεφές προφίλ τους

Mέχρι σήμερα στο ΕΚΕΤΑ έχουν ιδρυθεί 24 εταιρείες-τεχνοβλαστοί, η τελευταία -η AICertify- μόλις λίγες εβδομάδες πριν. Μάλιστα, όπως γνωστοποιεί η κα Παπαδοπούλου, άλλες πέντε spinoff βρίσκονται υπό ίδρυση, οι δύο εντός του 2026 και οι υπόλοιπες τρεις το 2027. Οι ήδη ιδρυθείσες δραστηριοποιούνται σε αντικείμενα αιχμής: Τεχνητή Νοημοσύνη και ανάλυση δεδομένων, Διαδίκτυο των Πραγμάτων, Βιομηχανία 4.0, ρομποτική και υπολογιστική όραση, έξυπνη ενέργεια και έξυπνα δίκτυα, αυτόνομα συστήματα και μεταφορές, αγροτεχνολογία και ψηφιακή γεωργία, βιοτεχνολογία και υγεία, κυβερνοασφάλεια, καθαρή ενέργεια, περιβάλλον και κυκλική οικονομία.

Οι τεχνοβλαστοί του ΕΚΕΤΑ απασχολούν συνολικά περίπου 120 εργαζόμενους, ενώ ο αθροιστικός ετήσιος κύκλος εργασιών τους υπερβαίνει τα 6 εκατ. ευρώ (στοιχεία χρήσεων 2024-2025). Πρόκειται κατά κανόνα για θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης (μηχανικοί, επιστήμονες δεδομένων, ερευνητές), με ισχυρό αποτύπωμα στο οικοσύστημα καινοτομίας της Θεσσαλονίκης.

«Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ομοιογενής. Στην κορυφή βρίσκεται μια μικρή ομάδα εταιρειών που έχουν ήδη κλιμακώσει σημαντικά την εμπορική τους δραστηριότητα: ενδεικτικά, οι Optimems και Pragma IoT πραγματοποιούν κύκλο εργασιών άνω των 2 εκατ. ευρώ έκαστη. Ακολουθεί μια ομάδα εταιρειών σε φάση σταθερής ανάπτυξης, με κύκλους εργασιών από 100.000 έως 600.000 ευρώ (όπως οι D-CUBE, CDXi Solutions, farmB και Infalia), ενώ η πλειονότητα των τεχνοβλαστών βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο εμπορικής ωρίμανσης. Αντίστοιχη είναι και η κατανομή της απασχόλησης: περίπου οκτώ στις δέκα εταιρείες λειτουργούν με μικρές, ευέλικτες ομάδες έως πέντε ατόμων (συνήθως τους ίδιους τους ερευνητές-ιδρυτές) ενώ οι πιο ώριμες απασχολούν διψήφιο αριθμό εργαζομένων. Η κατανομή αυτή είναι αναμενόμενη για ένα χαρτοφυλάκιο τεχνοβλαστών έντασης γνώσης (deep tech), όπου η εμπορική κλιμάκωση ακολουθεί συνήθως μια μακρά περίοδο τεχνολογικής ωρίμανσης» εξηγεί η Κατερίνα Παπαδοπούλου.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η πλεινότητα των τεχνοβλαστών που έχουν αναπτύξει ουσιαστική εμπορική δραστηριότητα δραστηριοποιείται και εκτός Ελλάδας, είτε μέσω πωλήσεων σε πελάτες του εξωτερικού είτε μέσω συμμετοχής σε διεθνή έργα και κοινοπραξίες. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Optimems, Pragma-IoT, Infalia, D-CUBE, Petrocat και CDXi Solutions. «Το κοινό μοτίβο είναι σαφές: οι τεχνοβλαστοί του ΕΚΕΤΑ απευθύνονται κατά κανόνα σε εξειδικευμένες, διεθνείς B2B αγορές υψηλής τεχνολογίας, στις οποίες η ελληνική αγορά είναι συχνά πολύ μικρή για να στηρίξει από μόνη της την ανάπτυξή τους. Για το λόγο αυτό, η διεθνής προοπτική είναι ενσωματωμένη στο επιχειρηματικό τους μοντέλο» σημειώνει.

Το νούμερο 1 εμπόδιο στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση

Κατά την κα Παπαδοπούλου, το νούμερο ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι spinoff είναι η πρόσβαση σε χρηματοδότηση: «Παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί αρκετά επενδυτικά εργαλεία, το μεγαλύτερο κενό εξακολουθεί να βρίσκεται στο στάδιο μεταξύ του ερευνητικού αποτελέσματος και της πρώτης επικύρωσης της εμπορικής αξίας του (Proof of Concept, PoC).

Οι περισσότερες spin-offs χρειάζονται 200.000-1.000.000 ευρω πριν καν αποκτήσουν ουσιαστικά έσοδα. Τα VCs (κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών) όμως, επενδύουν ευκολότερα όταν υπάρχει ήδη αγορά και λιγότερο όταν υπάρχει μόνο ισχυρή τεχνολογία» λέει. Πόσο κοντά είμαστε στη λύση; Η κατάσταση, σημειώνει, έχει βελτιωθεί αισθητά την τελευταία πενταετία, ωστόσο το κενό χρηματοδότησης στο pre-seed (στάδιο προσποράς) και PoC παραμένει το σημαντικότερο εμπόδιο. «Αν θέλαμε να βάλουμε έναν βαθμό στο πόσο κοντά είμαστε στη λύση θα λέγαμε 6/10» λέει χαρακτηριστικά.

Ένα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα αφορά την έλλειψη επιχειρηματικών δεξιοτήτων, αφού οι περισσότεροι ερευνητές/τριες γνωρίζουν πώς να αναπτύξουν μια τεχνολογία, αλλά πολύ λιγότεροι τα μοντέλα και τις πολιτικές του επιχειρείν.

«Εδώ ο ρόλος των ΓΜΤ έχει βοηθήσει σημαντικά, ενσωματώνοντας πέρα από τη διαχείριση της γνώσης και συμβουλευτική για την ανάπτυξη επιχειρηματικότητας. Όλοι οι ερευνητικοί οργανισμοί διαθέτουν πλέον ΓΜΤ, ενώ αναπτύσσονται ολοένα και περισσότερα προγράμματα επιχειρηματικής επιτάχυνσης. Αν θέλαμε να βάλουμε έναν βαθμό στο πόσο κοντά είμαστε στη λύση θα λέγαμε 7/10» σημειώνει, ενώ αναφέρει ως ένα τρίτο -και συχνά το πιο υποτιμημένο- πρόβλημα τη διασύνδεση της έρευνας με τη βιομηχανία και την αγορά: «Πολλές spin-off ξεκινούν επειδή υπάρχει μια πολύ καλή τεχνολογία. Λιγότερες επειδή υπάρχει ήδη ένας πελάτης που περιμένει να την αγοράσει. Όμως η επιτυχία μιας spin- off εξαρτάται από την ύπαρξη βιομηχανικών συνεργατών και πελατών» υπογραμμίζει, προσθέτοντας πως ενώ υπάρχει σαφής πρόοδος στη διασύνδεση έρευνας και βιομηχανίας, η συστηματική εμπλοκή της ελληνικής βιομηχανίας και επιχειρηματικής κοινότητας στην αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων παραμένει περιορισμένη. «Βρισκόμαστε στα 5/10» τονίζει.

Το μοντέλο χρηματοδότησης

Το κυρίαρχο μοντέλο χρηματοδότησης των τεχνοβλαστών του ΕΚΕΤΑ, προσθέτει, στηρίζεται στα ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα (ευρωπαϊκά και εθνικά), στα συμβόλαια παροχής υπηρεσιών έρευνας και ανάπτυξης προς τη βιομηχανία και στα ίδια έσοδα από πωλήσεις. Ενδεικτικά, υπάρχουν εταιρείες που έχουν προσελκύσει κεφάλαια άνω του 1 εκατ. ευρώ από συγχρηματοδοτούμενα ερευνητικά έργα μόνο κατά την τελευταία πενταετία. Επενδυτικά κεφάλαια προσελκύει προς το παρόν η μειοψηφία των εταιρειών -κάτι που συνάδει με το πρώιμο στάδιο ωρίμανσης της πλειονότητάς τους. Ωστόσο, τα πρώτα παραδείγματα είναι πλέον γεγονός: η Optimems ολοκλήρωσε πρόσφατα τον πρώτο επενδυτικό της γύρο με τη συμμετοχή των TECS Capital και Helidoni Group ως στρατηγικών επενδυτών, με στόχο την εμπορική κλιμάκωση και διεθνή επέκτασή της.

«Ως προς τις προοπτικές, η εικόνα είναι σαφώς θετική: καθώς ολοένα περισσότεροι τεχνοβλαστοί περνούν από το στάδιο της τεχνολογικής ανάπτυξης σε αυτό της εμπορικής ωρίμανσης, εκτιμούμε ότι τα επόμενα χρόνια θα δούμε περισσότερους επενδυτικούς γύρους, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσει να περιορίζεται το χρηματοδοτικό κενό στα στάδια pre-seed και Proof of Concept» υπογραμμίζει.

ΑΠΘ: Οι 15+5 spinoff, η απασχόληση, οι τζίροι και τα προβλήματα

Από το 2007 έως σήμερα έχουν ιδρυθεί στο ΑΠΘ 21 εταιρείες-τεχνοβλαστοί. Σήμερα όμως είναι ενεργές οι 15 από αυτές: για τέσσερις έχουν λήξει οι συμβάσεις με το ΑΠΘ, μία είναι ανενεργή και για άλλη μία θα λυθεί η σύμβαση, όπως εξηγεί η δρ 'Ερη Τόκα. Οι ενεργές spin-offs απασχολούν συνολικά 40 άτομα, συμπεριλαμβανομένων σε κάποιες περιπτώσεις των συνδρυτών/συνιδρυτριών. Και στην περίπτωση του ΑΠΘ ισχύει πάνω-κάτω η εικόνα που διαμορφώνεται στο ΕΚΕΤΑ. Λίγες εταιρείες κάνουν σχετικά υψηλούς τζίρους (στοιχεία 2024) και απασχολούν πάνω από τρία άτομα.

Μεταξύ των 12 εταιριών για τις οποίες διατέθησαν στοιχεία, τριψήφιους τζίρους σε χιλιάδες ευρώ πραγματοποιούν οι Kiklo (η οποία έχει προσελκύσει και την πιο υψηλή χρηματοδότηση, άνω του 1 εκατ. ευρώ, ακολουθούμενη κατά σειρά από τις Bio2CHP Ι.Κ.Ε, Cyclopt PC και Captain Coach), Medoid AI και Captain Coach. Σε ύψος τζίρου, ακολουθεί η Cyclopt PC, η οποία απασχολεί τους περισσότερους εργαζομένους (12) και έπονται με παρόμοιους τζίρους μεταξύ τους οι Thetabiomarkers, iASC και RealMint και έπειτα η Exanta IKE. Οι τεχνολογίες πληροφορικής, δεδομένων και Τεχνητής Νοημοσύνης είναι ο τομέας στον οποίο συγκεντρώνονται οι περισσότερες spinoff του ΑΠΘ και ακολουθούν η υγεία και επιστήμες ζωής/βιοεπιστήμες, το περιβάλλον, η ενέργεια και η κυκλική οικονομία. Και κάποιες από αυτές τις εταιρίες έχουν φτάσει μακριά. Για παράδειγμα, η Cyclopt δραστηριοποιείται σε ΗΠΑ και Ολλανδία και η Captain Coach σε Ολλανδία και Βέλγιο.

Κατά την Έρη Τόκα, επίκεινται εξελίξεις αφού «θα δούμε να ιδρύονται τέσσερις ή πέντε spin-offs το 2027».

Όταν ο ένας γίνεται εμπόδιο για τον άλλον...

Ποια είναι τα τρία κυριότερα προβλήματα που καταγράφονται στην ίδρυση spin-offs στα ελληνικά πανεπιστήμια και πόσο κοντά βρισκόμαστε στη λύση τους; Κατά την Έρη Τόκα, το πρώτο πρόβλημα είναι συστημικό και δεν αφορά κανέναν συγκεκριμένο φορέα: η ελληνική spin-off κουλτούρα βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο ωρίμανσης, και οι μηχανισμοί που έχουν δημιουργηθεί -συμπεριλαμβανομένων των ΓΜΤ- αποτελούν ένα σημαντικό πρώτο βήμα, αλλά δεν επαρκούν.

«Τα ΓΜΤ λειτουργούν εντός του πλαισίου του δημόσιου τομέα, με περιορισμούς που αφορούν τόσο τις αμοιβές στελεχών, όσο και τους διαθέσιμους μηχανισμούς λειτουργίας, περιορισμοί που δυσκολεύουν την προσέλκυση εξειδικευμένης τεχνογνωσίας στην εμπορική αξιοποίηση. Η πρόοδος είναι υπαρκτή, αφού σήμερα υπάρχουν ΓΜΤ σε σχεδόν όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια, κάτι που προ δεκαετίας ήταν αδιανόητο, αλλά το επόμενο βήμα απαιτεί μηχανισμούς που να λειτουργούν με λογική πιο κοντά στις ανάγκες της αγοράς» σημειώνει.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι πολιτισμικό και αμφίδρομο. «Οι ερευνητικοί οργανισμοί στην Ελλάδα έχουν ιστορικά διαμορφωθεί σε ένα περιβάλλον που επιβραβεύει τη δημοσίευση και την ακαδημαϊκή αριστεία, όχι την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου. Η μετάβαση σε μια λογική εμπορικής αξιοποίησης απαιτεί χρόνο και υποστήριξη. Από την άλλη πλευρά, οι επενδυτές λειτουργούν με ορίζοντες και ταχύτητες που δεν είναι πάντα συμβατές με τους ρυθμούς των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Αυτή η ασυμμετρία εκδηλώνεται με ιδιαίτερη ένταση στο νομικό πλαίσιο των συμβάσεων τεχνοβλαστών. Τα επενδυτικά κεφάλαια αναζητούν συμφωνίες που να επιτρέπουν ευελιξία και ταχεία ανάπτυξη και σαφές cap table, ελεύθερη διαχείριση της διανοητικής ιδιοκτησίας από την εταιρεία, χωρίς δεσμεύσεις που να δημιουργούν αβεβαιότητα σε μελλοντικούς γύρους χρηματοδότησης. Τα ιδρύματα, από την άλλη, έχουν θεμιτή ανάγκη να διαφυλάξουν το IP (διανοητική ιδιοκτησία) που παράγεται από δημόσια χρηματοδοτούμενη έρευνα, και αυτό αντικατοπτρίζεται σε συμβατικούς όρους που μπορεί να φαίνονται περιοριστικοί από επενδυτική σκοπιά. Το αποτέλεσμα είναι μια μη ευθυγράμμιση προσεγγίσεων που, χωρίς να είναι αποτέλεσμα κακής θέλησης από καμία πλευρά, καταλήγει να κάνει τον έναν εμπόδιο για τον άλλον: το ίδρυμα βιώνεται από τον επενδυτή ως φρένο ανάπτυξης, και ο επενδυτής βιώνεται από το ίδρυμα ως πίεση για παραχωρήσεις που δεν μπορεί εύκολα να κάνει. Η σύγκλιση γίνεται, αλλά αργά - και χρειάζεται ενεργή καλλιέργεια και από τις δύο πλευρές» λέει.

...και το οικονομικό «μαξιλάρι» λείπει

Το τρίτο πρόβλημα είναι πως οι ερευνητές/τριες που αποφασίζουν να κάνουν το βήμα προς τη δημιουργία spin-off φέρουν μαζί τους εξαιρετική επιστημονική γνώση, αλλά αντιμετωπίζουν ένα διπλό εμπόδιο, παρατηρεί η Έρη Τόκα. Αφενός, η πολυδιάστατη ακαδημαϊκή τους δραστηριότητα δυσκολεύει την αφοσίωση που απαιτεί μια αναπτυσσόμενη εταιρεία· αφετέρου, η έλλειψη χρηματοδότησης στο κρίσιμο πρώιμο στάδιο, πριν η ιδέα γίνει επενδύσιμη, δεν τους αφήνει το οικονομικό «μαξιλάρι» που θα τους επέτρεπε να ρισκάρουν. Έτσι, πολλές φορές επιστρέφουν στις πιο ασφαλείς ακαδημαϊκές δραστηριότητες - όχι επειδή δεν πιστεύουν στην ιδέα τους, αλλά επειδή το σύστημα δεν τους δίνει ακόμα την κατάλληλη υποστήριξη για να κάνουν αλλιώς. «Και αυτό ακριβώς είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα: να χτίσουμε τις συνθήκες που θα κάνουν το ρίσκο διαχειρίσιμο» τονίζει.

ΠΑΜΑΚ: Πέντε νεαρές spin-offs και οι τρεις που έρχονται

Οι πέντε spin-offs του ΠΑΜΑΚ είναι νεαρότατες. Κατά τον Κωνσταντίνο Φούσκα, η ίδρυση των τριών πρώτων εγκρίθηκε ταυτόχρονα τον Ιανουάριο του 2024 και άλλες δύο ακολούθησαν στα μέσα του 2024. Η απασχόληση και τα έσοδα ειναι χαμηλά. Στις περισσότερες απασχολούνται οι ίδιοι οι ιδρυτές, που σε μία-δύο περιπτώσεις έχουν πλαισιωθεί και από ένα ή δύο άτομα ακόμη. Τα έσοδα τους είναι επίσης χαμηλά: για όλες σχεδόν κάτω απο 50.000 ετησίως. «Λογικό βέβαια, καθώς πολλές ακόμα αναπτύσσουν και δοκιμάζουν ή επαναπροσδιορίζουν το προϊόν τους» εξηγεί και προσθέτει πως καμία από τις spin-offs δεν δραστηριοποιείται προς το παρόν στο εξωτερικό, αν και όλες έχουν δίκτυο συνεργασιών.

Όπως λέει ο Κωνσταντίνος Φούσκας, ένα βασικό εμπόδιο, πάνω στο οποίο «σκοντάφτει» η ίδρυση περισσότερων τεχνοβλαστών στην Ελλάδα είναι το χαμηλό ενδιαφέρον απο τους καθηγητές/ ερευνητές, καθώς «δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό κίνητρο για τη δημιουργία τους», ενώ την απροθυμία αυξάνουν «η έντονη γραφειοκρατική δομή, που έχουν οι ΕΛΚΕ (Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας) των πανεπιστημίων» και το γεγονός ότι «δεν υπάρχει καλλιεργημένη κουλτούρα ανάληψης επιχειρηματικής δράσης».

Οι δυσκολίες ωστόσο, δεν ανακόπτουν την ορμή κάποιων ερευνητών για το επιχειρείν. Στο πλαίσιο αυτό, στο ΠΑΜΑΚ υπάρχουν σχέδια για τρεις νέους τεχνοβλαστούς, για τους οποίους βρίσκεται σε εξέλιξη η συμβουλευτική διαδικασία ανάπτυξης. «Το 35% των ελληνικών spinoff υπολογίζεται ότι εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Προσελκύουν ανάλογο ποσοστό των διαθέσιμων χρηματοδοτικών κεφαλαίων;» ρωτάμε τον Κωνσταντίνο Φούσκα.

«Δεν γνωρίζω το ποσοστό αλλά σίγουρα η Θεσσαλονίκη έχει σημαντική δυναμική στη δημιουργία spin-off εξαιτίας του ακαδημαϊκού, όσο και του ερευνητικού της οικοσυστήματος. Παρόλα αυτά η εσωστρέφεια και η δυσκολία δημιουργίας λύσεων που μπορούν να κλιμακωθούν σε μεγάλη κλίμακα, αλλά και η μικρή ωριμότητα του ελληνικού εν γένει οικοσυστήματος δεν βοηθούν στην κατάλληλη και αποτελεσματική χρηματοδότηση τους» καταλήγει.

ΔΙΠΑΕ: Πρόσω ολαταχώς για τις τέσσερις πρώτες spin-offs

Στο ΔΙΠΑΕ αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν τεχνοβλαστοί (spin-offs), «ως αποτέλεσμα του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή της συνένωσης των διαφορετικών ιδρυμάτων που το αποτελούν, το 2019», όπως εξηγεί ο Πέτρος Σαμαράς. Υπάρχει όμως δυναμική και ενδιαφέρον από μέλη του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ_ για την ίδρυση τεχνοβλαστών.

«Στο Γραφείο Μεταφοράς Τεχνολογίας και Καινοτομίας του ΔΙΠΑΕ έχουν έρθει το τελευταίο διάστημα τέσσερα σχετικά αιτήματα από καθηγητές / ερευνητές της Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών, της Πολυτεχνικής και της Σχολής Επιστημών Σχεδιασμού. Οι δύο αιτήσεις είναι σε αρκετά προχωρημένο στάδιο και πιστεύουμε ότι οι τεχνοβλαστοί θα έχουν ιδρυθεί μέχρι το τέλος του 2026, ενώ οι άλλες δύο αιτήσεις θα χρειαστούν λίγο περισσότερο χρόνο ( 2027)» γνωστοποιεί.

Κατά τον Πέτρο Σαμαρά, ο νόμος για τεχνοβλαστούς (4864/2021) και η λειτουργία των ΓΜΤ στα πανεπιστήμια έχει δημιουργήσει το θεσμικό πλαίσιο για τη δημιουργία και λειτουργία περισσότερων spin-offs και έχει λύσει πολλά προβλήματα που υπήρχαν (ιδιοκτησία διανοητικής ιδιοκτησίας, αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων, διάρκεια της ιδιότητας του τεχνοβλαστού, τη συμμετοχή των ερευνητών στον τεχνοβλαστό, κλπ).

«Τα κυριότερα εμπόδια που θα έλεγα ότι υπάρχουν είναι οι δυσκολίες εξεύρεσης επαρκούς και κανονικής χρηματοδότησης σε ερευνητικά έργα σε εθνικό επίπεδο, τα οποία προφανώς θα έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία γνώσης που θα αξιοποιηθεί στους τεχνοβλαστούς. Αυτή τη στιγμή επαρκές πλαίσιο χρηματοδότησης υπάρχει σε ευρωπαικό επίπεδο, αλλά με ισχυρό ανταγωνισμό. Από την άλλη, απαιτείται διαρκής ενημέρωση και εκπαίδευση των μελών ΔΕΠ στα θέματα των τεχνοβλαστών, ώστε να κατανοήσουν τα οφέλη /πλεονεκτήματα που μπορεί να επιφέρουν, ξεφεύγοντας από το πλαίσιο της αναξιοποίητης ερευνητικής εργασίας στο εργαστήριο ή στο επίπεδο επίδειξης» λέει.

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA