Κύκλος Μουσικής Δωματίου: Ηχώ του Παρισιού - Από το πάθος στη μνήμη
Το πρόγραμμα μάς μεταφέρει στην εκλεπτυσμένη ατμόσφαιρα του Παρισιού, από τα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ού αιώνα
Ο συγγραφέας μιλά για τον μυστηριώδη ζωγράφο του «Ματαρόα» και την πενταετή του έρευνα που τον οδήγησε στα ίχνη μιας ξεχασμένης ζωής
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην GoogleΈνας ανυπόγραφος πίνακας, ένα ανεπίδοτο ερωτικό γράμμα μήκους 27 μέτρων και ένας ζωγράφος που ταξίδεψε με το «Ματαρόα», αλλά σχεδόν χάθηκε από την ελληνική βιβλιογραφία. Από εκεί ξεκίνησε η περιπέτεια του Νίκου Αμανίτη, που κράτησε πέντε χρόνια και τον οδήγησε από τα αρχεία της Αθήνας και του Παρισιού στα ίχνη του Νίκου Μπαλόγιαννη, ο οποίος στην Αμερική έγινε Νίκος Μπελ-Τζον.
Στον «Αγνοούμενο του Ματαρόα» η προσωπική ιστορία συναντά την Ιστορία: ο Μεσοπόλεμος, το Παρίσι του 1939, η Κατοχή, το αλβανικό μέτωπο, η μεταπολεμική Αμερική, πρόσωπα που έγραψαν τη δική τους σελίδα στην εποχή και, στο κέντρο όλων, δύο νέοι άνθρωποι που ερωτεύτηκαν λίγο πριν ο κόσμος τους αλλάξει για πάντα.
Ο ίδιος ο συγγραφέας μιλά για την έρευνα που άρχισε μέσα στην καραντίνα, για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στα τεκμήρια και τη μυθοπλασία, για τους ανθρώπους που συνάντησε ξανά μέσα από τα γράμματα και τις φωτογραφίες τους και, κυρίως, για τη μνήμη. Για εκείνη τη μνήμη που περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλάζει, ξεθωριάζει και τελικά γίνεται συλλογική.
Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του, σήμερα, Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου στις 7.30μμ, στο βιβλιοπωλείο Κωνσταντινίδης, όπου ο συγγραφέας θα συνομιλήσει με τον ομότεχνό του Γιώργο Σκαμπαρδώνη, ο Νίκος Αμανίτης μιλά στο emakedonia.
Ένας ζωγράφος που έχει σχεδόν σβήσει από την ελληνική βιβλιογραφία, μια δεκαεννιάχρονη φοιτήτρια του 1939 και ένας πίνακας που λειτουργεί σαν πύλη στον χρόνο. Ποιο ήταν το πρώτο νήμα που τραβήξατε και σας οδήγησε σε αυτή την ιστορία;
Δεν ήξερα τίποτα. Αγνοούσα τον αγνοούμενο, αγνοούσα τη ζωή του, τους έρωτές του, την τέχνη του. Στάθηκα μόνο ξαφνικά μια μέρα μπροστά σε έναν πίνακα που με ακολουθούσε κρεμασμένος σε όλα τα σπίτια όπου έζησα απ’ όταν ήμουν μικρός. Ακόμα κι αυτός ανυπόγραφος ήταν. Ήταν όμως τότε και οι μέρες της πρώτης, της σκληρής καραντίνας. Κι έπρεπε κάτι να κάνουμε, κάτι να εφεύρουμε για να επιβιώσουμε. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω αυτόν τον ζωγράφο που είχα ακούσει ότι ήταν επιβάτης στο περίφημο ταξίδι του Ματαρόα. Σαν ερευνητής, σαν ντετέκτιβ, σαν μανιακός. Η έρευνα κράτησε πέντε χρόνια και κατέληξε σε αυτό το βιβλίο. Που είναι η ιστορία του ζωγράφου Νίκου Μπαλόγιαννη ο οποίος στην Αμερική μεταμορφώθηκε σε Νίκο Μπελ-Τζον, η ιστορία των ανθρώπων που γνώρισε και των γυναικών που ερωτεύτηκε, αλλά και η ιστορία της συγγραφής αυτής της ιστορίας. Και πάνω απ’ όλα η ιστορία των προγόνων μας και της εποχής τους, η καθημερινή ζωή τους μέσα στον ασυνάρτητο ελληνικό μεσοπόλεμο ή την αδιανόητη γερμανική κατοχή. Μια προσπάθεια να βρω απαντήσεις στις ερωτήσεις που δεν τους κάναμε όσο ήταν ακόμη ζωντανοί.
Στο βιβλίο συνυπάρχουν πρόσωπα και γεγονότα απολύτως τεκμηριωμένα με συναντήσεις και διαδρομές που μοιάζουν σχεδόν απίστευτες. Πώς διαχειριστήκατε ως συγγραφέας αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο ιστορικό ντοκουμέντο και τη μυθοπλασία;
Αυτό ήταν το μεγάλο στοίχημα: Να πετύχω τη συμπόρευση λογοτεχνίας, τεκμηρίων, ιστοριογραφίας και Ιστορίας αλλά και να την κάνω ελκυστική. Προσπάθησα να εντάξω τη μυθοπλασία σε ένα πλαίσιο πραγματικότητας απολύτως τεκμηριωμένο: Για να το πω πιο απλά, σκεφτείτε την κατασκευή μιας οικοδομής: Τα πραγματικά γεγονότα, οι πληροφορίες που έπαιρνα από την έρευνά μου, από μαρτυρίες ανθρώπων (πέθαναν όλοι όσο γραφόταν το βιβλίο), από εφημερίδες της εποχής, έγγραφα, ντοκουμέντα, φωτογραφίες, κινούμενες εικόνες, γράμματα που έπεφταν στα χέρια μου, όλα αυτά ήταν τα θεμέλια και οι εξωτερικοί τοίχοι του σπιτιού. Η εσωτερική διαρρύθμιση και η διακόσμηση ήταν η μυθοπλασία. Νομίζω ότι τα κατάφερα. Εξ ενστίκτου. Τίποτα δεν ήταν προσχεδιασμένο.
Από το Ματαρόα και το Παρίσι του ’39 μέχρι την Κατοχή, το Σαν Φρανσίσκο του ’50 και τη Νέα Υόρκη του ’60, το βιβλίο διατρέχει διαφορετικούς τόπους και εποχές. Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε περισσότερο σε αυτή τη διαδρομή στον χρόνο;
Ο ελληνικός μεσοπόλεμος και οι τελευταίοι μήνες πριν από το ξέσπασμα του πολέμου. Οι πληροφορίες που συνέλεξα ήταν τόσο πρωτοφανείς, τόσο έντονες, που με βύθισαν μέσα σε αυτήν την εποχή. Η καθημερινή ζωή αυτών των ανθρώπων ήταν που με ενδιέφερε και με συγκινούσε. Μικρά και ασήμαντα πράγματα, ένα ποτήρι γάλα ξημερώματα σε γαλατάδικο που διανυκτέρευε, ένα ταγκό σε παραθαλάσσιο ντάνσινγκ… Ήταν σαν να την έζησα την Ελλάδα εκείνων των χρόνων, την έβλεπα στον ύπνο μου. Αλλά πιο πολύ με συνεπήρε και με συντάραξε το λυκόφως της ειρηνικής εποχής, οι έρωτες, οι χοροί, τα γλέντια, τα όνειρα και οι ελπίδες των ανθρώπων που έτρεχαν προς την καταστροφή χωρίς να το ξέρουν. Ανάμεσά τους και οι ήρωές μου, που χώρισαν στο λιμάνι της Μασσαλίας στις 15 Αυγούστου του 1939, 17 μέρες πριν ξεσπάσει ο όλεθρος. Και πίστευαν ακόμα και τότε ότι τέτοια πράγματα δεν ήταν δυνατό να ξανασυμβούν μόλις είκοσι χρόνια μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, ότι σε λίγες εβδομάδες θα είναι και πάλι μαζί. Ξαναβρέθηκαν; Είναι κι αυτό ένα από τα πολλά αινίγματα που προσπάθησα να λύσω.
Οι ήρωές σας συναντούν ή συνομιλούν με πρόσωπα όπως ο Μόραλης και ο Σικελιανός, ενώ η ιστορία τους διασταυρώνεται με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα μιας ταραγμένης Ελλάδας. Πόσο δύσκολο ήταν να υπηρετήσετε την ιστορική ακρίβεια χωρίς να αφήσετε τα πραγματικά πρόσωπα να επισκιάσουν τους ήρωές σας;
Δεν ήταν και τόσο δύσκολο, γιατί όλοι οι ήρωές μου ήταν κι αυτοί πραγματικά πρόσωπα, και μέσα από τις δικές τους αναμνήσεις, από τα γράμματα και τις φωτογραφίες που άφησαν πίσω τους, χτίστηκε η ιστορία μέσα στην Ιστορία. Οι συναντήσεις τους με τα διάσημα πρόσωπα συνέβησαν, όντως ο Μπαλόγιαννης, σε ηλικία 25 ετών, κέρασε «παγωτά και ρετσίνα με υπέροχους μεζέδες» τον Σικελιανό στα εγκαίνια του ατελιέ του στην Πλάκα, στις 29 Μαΐου του 1936, όπως γράφει ο ίδιος, όντως έχει γλεντήσει με τον Μόραλη σε ένα μπιστρό του Παρισιού στις 23 Φεβρουαρίου του 1939, και φωτογραφήθηκαν οι δυο τους δίπλα δίπλα στο τραπέζι, όντως ο δωσίλογος υπουργός Παιδείας τού έκανε τράκα τσιγάρα, ενώ αυτός ήταν τότε μέλος του ΕΑΜ. Το πώς συνέβησαν όλα αυτά όμως, πού και γιατί, τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε, τι είπαν και τι αισθάνθηκαν, αυτά ανήκουν στο μέρος της μυθοπλασίας.
«Μια προσπάθεια να κρατηθεί ο χρόνος που δεν κρατιέται με τίποτα» γράφετε στο οπισθόφυλλο. Τελικά, τι μπορεί να διασώσει ένα μυθιστόρημα από ανθρώπους και ζωές που κινδύνευαν να χαθούν από τη μνήμη;
Η μνήμη! Η μνήμη βρίσκεται στην καρδιά αυτού του βιβλίου. Το γράψιμό του ήταν ένας αγώνας να ξανάρθουν στο φως οι μνήμες των προγόνων μας, των γονιών μας και των παππούδων μας, με τη βοήθεια δανεικών αναμνήσεων, αλλά και με την επίγνωση ότι στο τέλος και η δική μας μνήμη μάς εξαπατά, οι αναμνήσεις μας ποτέ δεν είναι ακριβείς, συχνά είναι και αυτές δάνεια από αναμνήσεις άλλων, φίλων, γνωστών και αγνώστων, που κι αυτές είναι μερικές φορές αναμνήσεις τρίτων που έχουν ξεβάψει επάνω στις δικές τους. Και ούτω καθεξής. Όμως όλα αυτά τα σπαράγματα αναμνήσεων, ακριβή ή όχι, κάπου συναντιούνται και γίνονται αυτό που λέμε συλλογική μνήμη. Οπότε, ναι, ένα μυθιστόρημα μπορεί να διασώσει μέρος από αυτή τη συλλογική μνήμη, που είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα απ’ ό,τι -ας την πούμε έτσι- η ατομική, ιδιωτική ανάμνηση. Στο κάτω κάτω της γραφής, όπως είχε γράψει η Μιμίκα Κρανάκη, συνεπιβάτιδα κι αυτή του Μπαλόγιαννη στο Ματαρόα, ακόμα και η αυτοβιογραφία είναι μυθοπλασία.
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην GoogleΤο πρόγραμμα μάς μεταφέρει στην εκλεπτυσμένη ατμόσφαιρα του Παρισιού, από τα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ού αιώνα
Κορυφώθηκαν με πλήθος κόσμου τα «Αριστοτέλεια 2026», με την παρουσία του Πρέσβη της Μάλτας και των δημάρχων Αριστοτέλη και Βαλέτας
Πρεμιέρα Κυριακή 4 Οκτωβρίου και κάθε Κυριακή στις 11.30
Παγκόσμιο ενδιαφέρον για την ανασκαφή – Τα σημαντικά ευρήματα, οι ιστορικές πηγές που συνδέουν το συγκρότημα με το Γυμνάσιο του Αριστοτέλη και τα διεθνή δημοσιεύματα