Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις

Μήνυμα Ελπίδας του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου

Το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής Β’ Ματθαίου (Ρωμ. 2:10-16) προβάλλει μία θεμελιώδη αλήθεια της χριστιανικής πίστης: ο Θεός δεν κρίνει τον άνθρωπο με εξωτερικά κριτήρια, αλλά με βάση την αλήθεια της καρδιάς και των έργων του, κυρίως, όμως, με την άπειρη φιλανθρωπία και συγκατάβασή Του. Ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει ότι «δόξα και τιμή και ειρήνη» ανήκουν σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται το αγαθό, είτε είναι Ιουδαίος είτε Έλληνας, διότι «ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις» (Ρωμ. 2:11).

Η φράση αυτή καταρρίπτει κάθε ανθρώπινη αντίληψη περί προνομίων απέναντι στον Θεό. Ο Θεός δεν επηρεάζεται από καταγωγή, κοινωνική θέση, εθνικότητα ή θρησκευτική ιδιότητα. Εκείνο που έχει σημασία είναι η ελεύθερη ανταπόκριση του ανθρώπου στο θέλημά Του. Όπως επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «ο Θεός δεν εξετάζει το πρόσωπο του ανθρώπου, αλλά την προαίρεση και τα έργα του» (Ερμηνεία στην προς Ρωμαίους Επιστολή, Ομιλία Ε’). Η θεία κρίση είναι απόλυτα δίκαιη, γιατί στηρίζεται στην αλήθεια και όχι στην επιφάνεια, στην ουσία και όχι στον τύπο.

Ο απόστολος Παύλος συνεχίζει την σκέψη του λέγοντας ότι δεν δικαιώνονται ενώπιον του Θεού όσοι απλώς ακούν τον νόμο, αλλά όσοι τον εφαρμόζουν. Η πίστη δεν είναι θεωρητική γνώση ούτε εξωτερική θρησκευτική ταυτότητα· είναι τρόπος ζωής. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι η αληθινή γνώση του Θεού αποδεικνύεται με την έμπρακτη αγάπη και την τήρηση των εντολών Του (Κεφάλαια περί αγάπης, Α’, 17).

Έτσι, η χριστιανική ζωή δεν εξαντλείται σε λόγια και τυπικές θρησκευτικές πράξεις, αλλά φανερώνεται στη μεταμόρφωση του ήθους και της καθημερινότητας. Άλλωστε, ο ίδιος ο Χριστός διδάσκει ότι στο μεγαλείο του Θεού δεν μετέχει μόνο ο ακροατής ή και ο διδάσκαλος του θείου λόγου, αλλά ο ποιητής των έργων του Θεού (Ματθ. 5:19).

Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η αναφορά του Αποστόλου Παύλου στη συνείδηση, επισημαίνοντας ότι ακόμη και εκείνοι που δεν γνώρισαν τον γραπτό νόμο διαθέτουν μέσα τους έναν εσωτερικό οδηγό, τη συνείδηση, η οποία τους βοηθά να διακρίνουν το καλό από το κακό. Ο άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας χαρακτηρίζει τη συνείδηση ως το «φυσικό δικαστήριο» που ο Θεός χάρισε στους ανθρώπους, ώστε κανείς να μην στερείται τη δυνατότητα να αναζητήσει το αγαθό (Ερμηνεία στην προς Ρωμαίους Επιστολή).

Η διδασκαλία αυτή παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Σε μία εποχή που κυριαρχούν οι διακρίσεις, οι προκαταλήψεις και οι επιφανειακές αξιολογήσεις, η Εκκλησία υπενθυμίζει ότι η αξία του ανθρώπου δεν εξαρτάται από εξωτερικά χαρακτηριστικά αλλά από τη σχέση του με τον Θεό και την καλλιέργεια της αγάπης. Ο άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης συμβούλευε να βλέπουμε κάθε άνθρωπο με τα μάτια του Χριστού -χωρίς κατάκριση και διαχωρισμούς- αναγνωρίζοντάς σε κάθε πρόσωπο την εικόνα του Θεού.

Καλούμαστε, λοιπόν, σε αυτοκριτική και εγρήγορση. Δεν αρκεί να ανήκουμε τυπικά στην Εκκλησία ούτε να γνωρίζουμε το Ευαγγέλιο. Εκείνο που ζητά ο Θεός είναι να μετατρέψουμε την πίστη σε βίωμα, την αλήθεια σε αγάπη και τη γνώση σε ζωή. Τότε θα μπορέσουμε να σταθούμε με παρρησία ενώπιον Εκείνου που «δεν κάνει διακρίσεις» (Ρωμ. 2:11), αλλά αποδίδει στον καθένα σύμφωνα με την αλήθεια και τα έργα της καρδιάς του.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 14.06.2026

ESPA