Η φενάκη των δημοσκοπήσεων

Aν εξετάσει κανείς τις δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα από το 2000 έως σήμερα, θα διαπιστώσει ότι συχνά απέκλιναν πολύ έως πάρα πολύ από το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.

του Βασίλη Μπουλούκου, Γραμματέα της Συντονιστικής Επιτροπής "Δημοκράτες- Προοδευτικό Κέντρο" Θεσσαλονίκης

boul.jpg

“Και ένα χαλασμένο ρολόι δείχνει την σωστή ώρα δύο φορές τη μέρα”. 

Αν εξετάσει κανείς τις δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα από το 2000 έως σήμερα, θα διαπιστώσει ότι συχνά απέκλιναν πολύ έως πάρα πολύ από το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το δημοψήφισμα του 2015, όταν δημοσκόπηση της GPO, τρεις ημέρες πριν από την κάλπη, έδινε προβάδισμα στο «ΝΑΙ» με 47,1% έναντι 43,2% του «ΟΧΙ».

bouloukos.jpg

Τελικά, το «ΟΧΙ» επικράτησε με 61,31%, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες αστοχίες στην ιστορία των ελληνικών δημοσκοπήσεων.

Με αυτό το ιστορικό, γεννάται εύλογα το ερώτημα γιατί στην Ελλάδα διεξάγονται τόσο πολλές δημοσκοπήσεις; Πρόκειται σχεδόν για μια παγκόσμια ιδιαιτερότητα.

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στη σύγκριση δύο χαρακτηριστικών περιόδων: των αρχών του 2012 και του σήμερα.

Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Και στις δύο περιπτώσεις το πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από έντονη ρευστότητα, σκηνικό “κινούμενης άμμου” που απειλεί να ρουφήξει παλιούς παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς, κοινωνική δυσαρέσκεια λόγω ακρίβειας και σκανδάλων και ανάγκη αναζήτησης και δημιουργίας νέων πολιτικών σχηματισμών.

Οι ομοιότητες δεν περιορίζονται μόνο στο πολιτικό κλίμα, αλλά επεκτείνονται και στις ίδιες τις δημοσκοπήσεις.

Στις αρχές του 2012 τρεις μήνες πριν τις εθνικές εκλογές, η Νέα Δημοκρατία εμφανιζόταν πρώτη με 31% και δεύτερη η νεοσύστατη τότε ΔΗΜΑΡ με 18%, δηλαδή με διαφορά 13 μονάδων.

bouloukos2.jpg

Στη σημερινή δημοσκόπηση, λίγους μήνες πριν τις επικείμενες εκλογές, η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 29,5% και η νεοεμφανιζόμενη ΕΛ.Α.Σ. στο 15,5%, με σχεδόν ίδια διαφορά.

bouloukos3.jpg

Εντύπωση προκαλεί και στις δύο περιπτώσεις η “χειρουργική” ακρίβεια των ποσοστών, παρότι υποτίθεται ότι αποτυπώνουν μια ιδιαίτερα ρευστή πολιτική πραγματικότητα.

Το αποτέλεσμα του 2012 είναι γνωστό: η ΝΔ έλαβε τελικά 18,85%, ενώ η ΔΗΜΑΡ περιορίστηκε στο 6,1% και στην 7η θέση. Κανείς δεν γνωρίζει τι θα συμβεί στις επόμενες εκλογές, όμως η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τα τελικά αποτελέσματα μάλλον θα απέχουν σημαντικά από τις δημοσκοπήσεις.

Το ερώτημα παραμένει: πρόκειται για αδυναμίες των μετρήσεων ή για προσπάθεια διαμόρφωσης πολιτικών εντυπώσεων επηρεασμού και χειραγώγησης της κοινής γνώμης;

Αξίζει να αναρωτηθούμε:

• Πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι μια δημοσκόπηση σε τόσο ρευστό πολιτικό περιβάλλον, όταν βασίζεται σε δείγμα περίπου 1.000 ατόμων και με την αλχημεία της αναγωγής των αναποφάσιστων;

• Πόσο αξιόπιστη είναι μια μέτρηση που δεν περιλαμβάνει στις επιλογές της ένα υπαρκτό κόμμα, αλλά παρ’ όλα αυτά το εμφανίζει μετά στα αποτελέσματα της με συγκεκριμένο ποσοστό;

• Πόσο αξιόπιστη είναι όταν καταγράφει κόμματα που δεν υπάρχουν πλέον ή δεν έχουν ακόμη επίσημα συγκροτηθεί, ενώ αποκλείει άλλα με μεγαλύτερη καταγεγραμμένη επιρροή;

• Και πόσο αντιπροσωπευτική μπορεί να θεωρηθεί όταν στηρίζεται κυρίως στο εκλογικό σώμα του 2023, με την ερώτηση “τι ψηφίσατε στις τελευταίες εκλογές” αφήνοντας ουσιαστικά εκτός πρόβλεψης νέους ψηφοφόρους, την αποχή και όσους δεν απαντούν;

Όποιες κι αν είναι οι απαντήσεις, ένα συμπέρασμα δύσκολα αμφισβητείται: οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα συχνά αποτυγχάνουν να αποτυπώσουν την πραγματική κοινωνική δυναμική. Και, όπως έχει δείξει η ιστορία τους, πέφτουν έξω — ηθελημένα ή μη — πολύ συχνότερα απ’ όσο ακόμη και ένα χαλασμένο ρολόι.

ESPA