Γράφει η Ράνια Θρασκιά
Βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης, υπεύθυνη Κ.Τ.Ε. Ψυχικής Υγείας ΠΑΣΟΚ - ΚΙΝΑΛ
Ως άτομα έχουμε τη βαθιά ανάγκη να αποτελούμε μέρος κάτι μεγαλύτερου από τον εαυτό μας. Να μοιραζόμαστε, να γελάμε και να κλαίμε, να τραγουδάμε μαζί με μια “οικογένεια” που μας συνδέει το ίδιο πάθος. Το αίσθημα του ανήκειν είναι εγγενές - μια ριζωμένη ανθρώπινη ανάγκη για διαπροσωπική επαφή, αλληλεπίδραση, ασφάλεια, αποδοχή.
Θολώνει, όμως, όταν η ανάγκη αυτή, όταν το κοινό πάθος εμφορείται με μίσος. Και, δυστυχώς, καθημερινά πληροφορούμαστε για ανατριχιαστικά επεισόδια βίας, ανήλικης παραβατικότητας κι οπαδικής βίας, που έχει πια εξαπλωθεί στους γύρω δρόμους των γηπέδων και τις γειτονιές μας. Επεισόδια που κλιμακώνονται σε τέτοιο βαθμό που έχουν οδηγήσει ακόμη και σε ξυλοδαρμούς μέχρι θανάτου.
Το μόνο που έχει σημασία είναι να κοιτάξουμε κατάματα τη βία, που είναι παντού γύρω μας. Να αναζητήσουμε τα βαθύτερα αίτια που την τροφοδοτούν, να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που κατευθύνει τους νέους, λόγου χάρη, στην οπαδική βία και γιατί επιλέγεται η οπαδικότητα ως μια διοχέτευση ενέργειας και ψευδαίσθηση δύναμης.
Η βία αυτή δεν είναι “αθλητική”, αλλά μια πληγή που τρέφεται από απογοήτευση και εσωτερικά κενά και κρύβει εγκληματικές συμπεριφορές, μια κραυγή για σύνδεση που καταλήγει σε σιωπή. Πίσω από αυτήν βρίσκονται άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε μια κοινωνία στα όρια της επιβίωσης εν μέσω πολλαπλών κρίσεων, βρίσκονται νέοι που ματαιώνονται καθημερινά, που θεώρησαν ότι η μόνη τους διέξοδος είναι η βία γιατί αυτή εισπράττουν από την κοινωνία ή/και το περιβάλλον τους.
Άνθρωποι με σοβαρά προσωπικά, οικογενειακά, κοινωνικά και οικονομικά αδιέξοδα, τα οποία δεν έχει φροντίσει κανείς, κι έτσι η ευαλωτότητά τους δημιουργεί συνθήκες που μέσα τους, αντί να ανθίσει η ελευθερία, η εξέλιξη, η χαρά, φωλιάζουν αρνητικά ή ανέκφραστα συναισθήματα. Κι όλα αυτά μεταβολίζονται σε βία.
Κι όσο δεν δίνουμε χώρο, ειδικά στους νέους ανθρώπους, να μιλούν για τα συναισθήματά τους, τους φόβους και τις αγωνίες τους, θα κάνουμε χώρο στη βία. Όσο δεν αντιμετωπίζουμε την αιτία αλλά το σύμπτωμα, θα κάνουμε χώρο στη βία.
Και θα συντηρούμε τη ρητορική του μίσους, τον διχαστικό λόγο που δημιουργεί μια μορφή άτυπης βεντέτας, που μπορεί για παράδειγμα να χωρίζει τη Θεσσαλονίκη ανάλογα με το χρώμα της αθλητικής φανέλας (ασπρόμαυρη, κιτρινόμαυρη, άσπρη-μπλε), ενώ κάθε σκεπτόμενος κι υγιής νους μπορεί να καταλάβει ότι είμαστε πολύ περισσότερα από την ομάδα που υποστηρίζουμε.
Κι εδώ η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλά η καταστολή. Η ελληνική Πολιτεία οφείλει να στρέψει αλλού το βλέμμα:
- Να επενδύσει σε πολιτικές που δίνουν έμφαση στην Ψυχική Υγεία – στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Ψυχικής Υγείας, στα Κέντρα Πρόληψης -που, αντί να κλείνουν, πρέπει να διασφαλιστεί η πάγια λειτουργία τους-, στις κοινωνικές δομές.
- Να επενδύσει στο σχολείο και την οικογένεια, στους κόλπους εκείνους δηλαδή που κοινωνικοποιούνται και διαπλάθονται οι χαρακτήρες και οι προσωπικότητες των παιδιών, των αναδυόμενων ενηλίκων.
- Απαιτούνται ουσιαστικές αλλαγές στα σχολεία – που θα διασφαλίζουν την παρουσία μόνιμων ψυχολόγων σε κάθε σχολείο και την αληθινή πρόσβαση των παιδιών στην ψυχολογική υποστήριξη, την υποχρεωτική διδασκαλία της ενσυναίσθησης, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
- Και, φυσικά, τη συμβουλευτική και την ουσιαστική υποστήριξη των γονέων, κηδεμόνων και φροντιστών, μα, πρωτίστως, την χάραξη και υλοποίηση οικογενειακών πολιτικών.
Μόνο έτσι μπορούμε να εγγυηθούμε μια συνεκτική κοινωνία.
Μόνο έτσι μπορούμε να κερδίσουμε το παιχνίδι!
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 10.05.2026