Αν και εδώ και αρκετά χρόνια έχουμε ισχυρές, μονοκομματικές κυβερνήσεις, οι οποίες κατά τα θρυλούμενα εξασφαλίζουν την αναγκαία πολιτική σταθερότητα, ζωτικά για την οικονομία μας θέματα όχι μόνο δεν έχουν λυθεί, ή έστω βελτιωθεί, αλλά δυστυχώς έχουν επιδεινωθεί: Η ανταγωνιστικότητα και η παραγωγικότητα της χώρας διολισθαίνουν σε χειρότερες θέσεις στο διεθνές πεδίο.
Επιβεβαιώνεται έτσι πως όταν μιλάμε για σταθερότητα στον τόπο μας το κάνουμε ως μία μεταφυσική επίκληση, αποσυνδεμένη από αυτό που θα έπρεπε να εξασφαλίζει η σταθερότητα: Την επίτευξη μεγάλων στόχων.
Τα στοιχεία της Παγκόσμιας Επετηρίδας Ανταγωνιστικότητας με έτος αναφοράς το 2024 του IMD καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα είναι 22η μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ και 50ή μεταξύ 69 οικονομιών παγκοσμίως. Την προηγούμενη χρονιά ήταν 47η (και το 2021 46η).
Η υποχώρηση στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας εντοπίζεται ως προς την επιχειρηματική αποτελεσματικότητα, ως προς την οικονομική αποτελεσματικότητα και στον τομέα της τεχνολογίας. Στον τομέα της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας και των υποδομών δεν υποχώρησε. Έμεινε στάσιμη…
Και ποια η θέση μας σε σχέση με τους «ανταγωνιστές» μας (Νότια Ευρώπη);
Η Πορτογαλία είναι 13 θέσεις υψηλότερα, η Ισπανία 11 θέσεις και η Κύπρος 6. Είναι ενδεικτικό ότι σε σχέση με βαλκανικές χώρες (Ρουμανία) και χώρες από το πρώην ανατολικό μπλοκ (Σλοβενία, Τσεχία, Ουγγαρία) υπολειπόμαστε στον τομέα της ανταγωνιστικότητας.
Όπως έδειξε η ανάλυση του IMD τα πλέον αδύνατα σημεία της οικονομίας μας είναι το χρέος της γενικής κυβέρνησης, το κόστος κεφαλαίου, η μη επαρκής στήριξη των επιχειρήσεων από τις τράπεζες και το συνεχιζόμενο φαινόμενο φυγής των νέων (brain drain).
Όσον αφορά το τελευταίο, παρά την αισιόδοξη ατμόσφαιρα που επικρατεί πως έχει περιοριστεί ή και αναστραφεί, φαίνεται πως η πραγματικότητα είναι άλλη: Σε έρευνα της to the point η οποία παρουσιάστηκε πρόσφατα σε νέους και νέες έως 35 ετών στην Κεντρική Μακεδονία, περίπου το 11% δηλώνει πως το έχει πάρει απόφαση να φύγει και το 47% πως το σκέφτεται σοβαρά. Η σταθερότητα δεν τους φαντάζει ως κάτι δελεαστικό για να μείνουν στον τόπο μας…
Αλλά και στο θέμα της παραγωγικότητας, όπως έχουμε ξαναγράψει με βάση έρευνα του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών, οι δείκτες παραγωγικότητας της εργασίας παραμένουν σημαντικά χαμηλότεροι από το 2009.
Είναι μία δομική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας, η οποία, παρά τη μερική ανάκαμψη μετά την οικονομική κρίση, εντοπίζεται στους κλάδους που απασχολούν μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού και περιορίζει τις προοπτικές για υψηλότερους μισθούς και ισχυρή ανάπτυξη.
Μετά από όλα αυτά, το ερώτημα είναι: Αυτό που αποκαλείται σταθερότητα, τι είδους επίδραση είχε στην προσπάθειά μας να καλύψουμε το χάσμα με τις άλλες χώρες της ΕΕ, τη στιγμή μάλιστα που αποκλίνουμε (προς τα κάτω) από το μέσο όρο ανάπτυξης των 13 φτωχότερων χωρών της Ένωσης;