Στις 9 Νοεμβρίου, σε αυτόν το φιλόξενο χώρο της ιστορικής εφημερίδας της πόλης, είχαμε αναρωτηθεί «τι απέγινε η Έκθεση Πισσαρίδη;», η οποία είχε παρουσιαστεί εν χορδαίς και οργάνοις, πριν πέντε χρόνια από την παρούσα κυβέρνηση ως το «Εθνικό Σχέδιο για το 2030».
Κατά ευτυχή σύμπτωση, στα μέσα Δεκεμβρίου, παρουσιάστηκε μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦiΜ) που αναρωτιόταν το ίδιο και έδινε κάποια στοιχεία για την υλοποίηση των συστάσεων της Έκθεσης.
Στις 21 Δεκεμβρίου ο υπουργός Επικρατείας κ. Άκης Σκέρτσος αρθρογράφησε στην «Καθημερινή» και αποτιμώντας τη μελέτη του Κέντρου παρουσίασε την εξής εικόνα: «Συνολικά, δηλαδή, το 83% των συστάσεων είτε έχει ήδη εφαρμοστεί είτε βρίσκεται σε εξέλιξη». Θρίαμβος!
Τότε τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε;
Έχουν τα εξής:
- Μία από τις σημαντικότερες δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας είναι η χαμηλή παραγωγικότητα (και ανά ώρα εργασίας και ανά εργαζόμενο). Και για αυτό το θέμα υπάρχει μελέτη του ΚΕΦiΜ, στις αρχές Δεκεμβρίου: Οι δύο αυτοί δείκτες παραγωγικότητας υπολείπονται της ελληνικής παραγωγικότητας -πόσο μάλλον της ευρωπαϊκής- του 2009, αντίστοιχα, κατά 14% και κατά 18%.
- Δεδομένου ότι η μακροχρόνια αύξηση των εισοδημάτων και η βιώσιμη ανάπτυξη εξαρτώνται άμεσα από την εξέλιξη της παραγωγικότητας (και όχι από τα πρωθυπουργικά φιρμάνια), μήπως να ξανάβλεπε η κυβέρνηση εκείνο το 17% που δεν υλοποίησε, μη τυχόν και κατά λάθος βρίσκονται εκεί μέσα οι μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας;
- Μένοντας στο θέμα της παραγωγικότητας, καλό είναι να δούμε πώς υπολειπόμαστε όχι σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (γιατί θα μπορούσε κανείς να πει ότι εκεί μπαίνουν και «οικονομίες-θηρία») αλλά με το μέσο όρο των 13 φτωχότερων χωρών της ΕΕ, όπου περιέργως ακόμη εκεί ανήκουμε παρά την υλοποίηση «του 83% των συστάσεων» της Έκθεσης Πισσαρίδη: Από το 2017 και μετά είναι η δεύτερη χαμηλότερη στην ΕΕ (μεγαλύτερη μόνο εκείνης της Βουλγαρίας), ενώ το 2023 (δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα στοιχεία για το 2024) καταγράφει τη χαμηλότερη παραγωγικότητα σε ολόκληρη την ΕΕ, περνώντας για πρώτη φορά, έστω οριακά, κάτω από τη Βουλγαρία. Ευτυχώς, δεν υπάρχει χαμηλότερο σκαλοπάτι…
- Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η πορεία τού κατά κεφαλή ΑΕΠ σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης. Μετά το 2014, η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα περνάει κάτω από τον μέσο της ομάδας και αποκλίνει διαρκώς μέχρι το 2019, οπότε καταλήγει δεύτερη από το τέλος, μεγαλύτερη μόνο από τη Βουλγαρία, όπου και παραμένουμε -δεν το λες και οικονομικό θαύμα.
- Γράφει ο υπουργός: «η αποτίμηση της υλοποίησης της έκθεσης Πισσαρίδη συμβάλλει στην κατανόηση των υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης που καταγράφει η Ελλάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο από το 2021 και μετά».
Ναι, επειδή τα «θηρία» μένουν στάσιμα.
Αν δούμε όμως τις 13 φτωχότερες χώρες της ΕΕ υστερούμε(!) σε σχέση με το μέσο όρο αύξησης των δικών τους ΑΕΠ. Και όχι μόνο είμαστε κάτω από το μέσο όρο αλλά απομακρυνόμαστε και από αυτόν…
Συνεπώς, μήπως πρέπει να ξαναδιαβαστεί η Έκθεση Πισσαρίδη και να δούμε τα ουσιώδη σημεία της, αντί να λέμε φύρδην μίγδην (υλοποιημένα/μερικώς υλοποιημένα/ υπό εφαρμογή κ.λπ.) ότι έχουμε κάνει θαυμάσια δουλειά και απλώς να παρατηρούμε ότι «άλλο η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και άλλο τα απτά κοινωνικά αποτελέσματά τους. Πολλοί πολίτες δεν βλέπουν ακόμη ουσιαστική βελτίωση στο διαθέσιμο εισόδημα ή στην καθημερινότητά τους»;