Πολύ τράφικ ρε παιδιά ανάμεσα στα κόμματα. Δεκάδες βουλευτές πάνε κι έρχονται, ενώ εκατοντάδες ακόμη κατοικοεδρεύουν στους προθαλάμους των κομμάτων, αναζητώντας την καλύτερη γι αυτούς ευκαιρία. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την μεταγραφική περίοδο στον επαγγελματικό αθλητισμό κατά την οποία οι μισοί περίπου είναι σίγουροι σε ποια ομάδα θα συνεχίσουν, ενώ οι άλλοι μισοί λοξοκοιτούν αριστερά-δεξιά αναζητώντας τη βέλτιστη γι αυτούς προοπτική.
Τα παλιότερα χρόνια -μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2010- άδειασε το ΠΑΣΟΚ το οποίο εγκατέλειπαν κατά συρροή βουλευτές και επίδοξοι βουλευτές, οδεύοντας στην ευρύχωρη και πολλά υποσχόμενη αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ που τότε κάλπαζε προς την εξουσία. Τη λεηλασία του ΠΑΣΟΚ προς τα…αριστερά, ακολούθησε η αφαίμαξή του από τη Νέα Δημοκρατία που υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη έκανε μεγάλη στροφή προς το κέντρο, αφήνοντας χώρο στην δεξιά πλευρά της τον οποίο έσπευσαν να καταλάβουν Βελόπουλοι, Νατσιοί, Σπαρτιάτες κλπ.
Τα τρία τελευταία χρόνια, ενώ ο Μητσοτάκης συνεχίζει να αλιεύει στελέχη από τα αριστερά σύνορα της Νέας Δημοκρατίας (περίπου το ένα τρίτο των μελών της κυβέρνησής του κάποτε ήταν… ΠΑΣΟΚ), έχουμε την διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ από την οποία βρέθηκαν εκατοντάδες… ορφανά στον αέρα.
Όλα δείχνουν ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα του σχεδίου του Αλέξη Τσίπρα ο οποίος ήθελε να δημιουργήσει δικό του κόμμα και να το στελεχώσει με όσους από τους πρώην δικούς του επιλέξει (όσους κρίνει βολικούς, ταιριαστούς ή χρήσιμους για τον ίδιο), ήθελε λοιπόν να τους βρει ξεκρέμαστους και ανασφαλείς για το πολιτικό τους μέλλον, ώστε να είναι ευεπίφοροι στην παράδοση άνευ όρων που τους επιφύλασσε.
Το σχέδιο του υλοποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό, αλλά όχι στην ολότητά του. Αρκετοί πλέον εντάχτηκαν στην ΕΛΑΣ (όσοι βρήκαν μπροστά τους πράσινο φως), ενώ περισσότεροι περιμένουν εναγωνίως στον προθάλαμο μήπως και κληθούν να…στρατευτούν στο πλευρό του ηγέτη.
Το σχέδιο Τσίπρα χάλασε από την παρέα Δούρου, Πολάκη, Παππά που επέλεξαν βγουν απέναντί του και αφού εγκατασταθούν στην Κουμουνδούρου, να προσπαθήσουν να αναστηλώσουν ό τι απέμεινε από το πάλαι ποτέ λειτουργούν κόμμα. Χάλασε και από εκείνους που ενοχλήθηκαν από την ηγεμονική- πατριαρχική θα έλεγα- συμπεριφορά του και αποφάσισαν να γυρίσουν την πλάτη τους στο εγχείρημά του προσανατολιζόμενοι είτε σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ είτε σε λήξη της πορείας τους στα κοινά.
Τα πάνε- έλα σχετιζόμενα με κάποιον τρόπο με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα , δεν τελείωσαν ακόμη. Όπως λέγεται, μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχουμε… μεταγραφές και νέα συμβόλαια.
Το μεταγραφικό παζάρι ωστόσο, περιορίζεται σε αυτήν την φάση στον χώρο της κεντροαριστεράς. Προσωρινά όμως, καθώς η αναμενόμενη ανακοίνωση του κόμματος Σαμαρά, θα ανακατώσει τη δεξιά πολυκατοικία, όπως πληροφορούμαι σε σημαντικό βαθμό. Άνθρωποι θα φεύγουν από τη ΝΔ και θα στελεχώνουν το νεοπαγές κόμμα και τους συνδυασμούς του, προκαλώντας πονοκέφαλο στους ιθύνοντες της Πειραιώς.
Μύλος. Βούτυρο στο ψωμί των δημοσιογράφων και των πάσης φύσεως δημοσιολογούντων.
Τα παρατράγουδα δεν είναι μόνο τα πήγαινε-έλα βουλευτών από κόμμα σε κόμμα. Είναι κυρίως ένας δημόσιος διάλογος που γίνεται όλο και πιο θορυβώδης, πιο επιθετικός και, τελικά, πιο επικίνδυνος.
Δεν ξέρω αν το έχουμε καταλάβει, αλλά το πρόβλημα δεν είναι ποιος βουλευτής σηκώθηκε σήμερα από το ένα έδρανο για να καθίσει αύριο σε κάποιο άλλο. Αυτά έχουν συμβεί ξανά και θα ξανασυμβούν. Το ανησυχητικό είναι το κλίμα μέσα στο οποίο συμβαίνουν όλα τα υπόλοιπα.
Και το κλίμα, για να το πούμε απλά, μυρίζει μπαρούτι.
Κάθε μέρα χρειάζεται και μια δήλωση λίγο πιο δυνατή από την προηγούμενη. Κάποιος πρέπει να προκαλέσει, κάποιος να απαντήσει, κάποιος να βρει μια ατάκα που θα γίνει τίτλος και κάποιος άλλος να την ξεπεράσει μέχρι το βράδυ. Η πολιτική συζήτηση θυμίζει διαγωνισμό εντυπώσεων στον οποίο το ζητούμενο δεν είναι τόσο τι λες, όσο αν κατάφερες να σε συζητούν.
Κάπως έτσι φτάσαμε να συζητάμε ακόμη και για κοσμήματα στις τραπεζικές θυρίδες. Ο Παππάς, εξηγώντας την πρόταση για την «πατριωτική εισφορά» στο οικονομικά ισχυρότερο 1%, μίλησε αρχικά για περιουσιολόγιο που θα μπορούσε να περιλαμβάνει αντικείμενα αξίας σε θυρίδες.
Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με έναν φόρο στον μεγάλο πλούτο. Αυτή είναι πολιτική συζήτηση. Όταν όμως η κουβέντα φτάνει στις θυρίδες και στα κοσμήματα, το μήνυμα χάνεται μέσα στον θόρυβο.
Και μετά ήρθε η Συγγρού.
Ο βουλευτής Πιερίας της ΝΔ Σπύρος Κουλκουδίνας επικαλέστηκε την κίνηση στη γεμάτη λεωφόρο για να υποστηρίξει ότι η οικονομία εμφανίζει ανθεκτικότητα παρά τις αυξήσεις στα καύσιμα. Πρόσθεσε μάλιστα ότι όποιος δεν αντέχει να διαθέσει δέκα ευρώ για βενζίνη για τη μετάβαση στην εργασία του μπορεί να χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Εδώ σηκώνεις τα χέρια.
Όχι επειδή απαγορεύεται σε έναν βουλευτή να υπερασπιστεί την οικονομική πολιτική της κυβέρνησής του. Αλλά επειδή η κίνηση στη Συγγρού δεν μπορεί να είναι απάντηση στον άνθρωπο που μετράει τα ευρώ στο πρατήριο. Η πολιτική χρειάζεται επιχειρήματα. Και, κυρίως, χρειάζεται επαφή με την πραγματική ζωή.
Κάτι που προφανώς δεν έχουν εκείνοι οι αιρετοί που μαλώνουν για το ποιος χαριεντιζόταν περισσότερο από ποιον και για το πόσα κόμματα άλλαξε ένας, όταν η κατήγορός του ξέχασε ότι άλλαξε περισσότερα...
Στο μεταξύ, η Μαρία Καρυστιανού δήλωσε ότι εάν το κόμμα της δεν καταφέρει να μπει στη Βουλή, για την ίδια «θα έχει τελειώσει» και θα φύγει από την Ελλάδα.
Και κάπου εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.
Δεν είναι μία δήλωση. Δεν είναι ένα πρόσωπο. Δεν είναι ένα κόμμα. Είναι η συσσώρευση. Είναι η αίσθηση ότι για να ακουστείς πρέπει κάθε φορά να λες κάτι πιο απόλυτο, πιο αιχμηρό, πιο θεαματικό. Ότι η ψυχραιμία δεν πουλάει και η σοβαρότητα δεν κάνει «κλικ».
Μόνο που η πολιτική δεν είναι TikTok.
Οι λέξεις δημιουργούν κλίμα. Και όταν για μήνες τραβάς το σχοινί, κάποια στιγμή κινδυνεύει να κοπεί.
Γι' αυτό χρειάζονται χαλινάρια. Πρώτα από τους ίδιους τους πολιτικούς αρχηγούς προς τα στελέχη τους και έπειτα από όλους όσοι συμμετέχουμε στον δημόσιο διάλογο. Όχι φίμωση. Μέτρο. Άλλο η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση και άλλο η μόνιμη παραγωγή έντασης για λίγα λεπτά δημοσιότητας.
Γιατί θα φτάσουμε στο σημείο όταν διαφωνούμε με κάποιον ή μας ενοχλεί μια ερώτηση αντί σαν απαντήσεως να τον ρωτάμε δημοσίως "μπάφο ήπιες πρωί πρωί και λες αυτά τα πράγματα"; Και αν αυτό το λέει ένας απλός άνθρωπος, δε βαριέσαι, αλλά αν το λέει ολόκληρος υπουργός υγείας και αντιπρόεδρος της Nέας Δημοκρατίας κάπου το πράγμα ξεφεύγει και πρέπει να μαζευτεί όσο είναι καιρός ακόμα...
* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 27.09.2026