Μετά την αυγουστιάτικη παύση, το μπαράζ των δημοσκοπήσεων ξεκινά ξανά. Και πριν αρχίσουμε να συζητάμε ποιος «ανεβαίνει», ποιος «πέφτει» και ποιος «πέρασε» ποιον, ίσως είναι χρήσιμο να σταθούμε πρώτα σε κάτι πιο βασικό: τι ακριβώς μας δείχνουν οι κάρτες μιας δημοσκόπησης και πώς πρέπει να τις διαβάζουμε.
Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία ενημέρωσης των πολιτών. Όταν όμως χρησιμοποιούνται για να αποτυπώσουν και αναπόφευκτα να επηρεάσουν την εικόνα της πολιτικής πραγματικότητας, η μεθοδολογική διαφάνεια δεν είναι απλώς μια επιστημονική απαίτηση. Είναι υποχρέωση απέναντι στη δημοκρατία και απέναντι στον ίδιο τον πολίτη.
Οι περισσότεροι πολίτες βλέπουν συνήθως δύο πίνακες: την πρόθεση ψήφου και την εκτίμηση ψήφου. Η πρώτη καταγράφει αυτό που πραγματικά απάντησαν οι ερωτώμενοι. Η δεύτερη παρουσιάζεται συχνά ως μια πιο «κοντινή» εικόνα του πιθανού εκλογικού αποτελέσματος.
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν συμβαίνει πάντα αυτό.
Ας δούμε το παράδειγμα της πιο πρόσφατης δημοσκόπησης που δημοσιεύθηκε.
Στην κάρτα της πρόθεσης ψήφου καταγράφεται 14,5% «Δεν ξέρω/Δεν έχω αποφασίσει» και 1,1% λευκό/άκυρο. Συνολικά, δηλαδή, 15,6%.
Στη συνέχεια, για να προκύψει η κάρτα που παρουσιάζεται ως «εκτίμηση ψήφου», αυτό το 15,6% αφαιρείται από τον υπολογισμό και το υπόλοιπο 84,4% αναγάγεται μαθηματικά στο 100%.
Ο συντελεστής είναι ουσιαστικά ο ίδιος για όλους:
25,8% γίνεται 30,6%.
13,5% γίνεται 16,0%.
10,8% γίνεται 12,8%.
7,6% γίνεται 9,0%.
Ακόμη και η κατηγορία «Άλλο», που αποτελεί συγκεκριμένη δηλωμένη επιλογή και παραμένει στην κατανομή, από 4,0% γίνεται 4,6%.
Με άλλα λόγια, εφαρμόζεται μια απλή αναγωγή: τα ποσοστά όλων των δηλωμένων επιλογών αυξάνονται αναλογικά ώστε το σύνολο να φτάσει ξανά στο 100%.
Δεν προκύπτει από αυτές τις δύο κάρτες ότι για τη συγκεκριμένη «εκτίμηση» εξετάστηκε ποιοι είναι οι αναποφάσιστοι, τι ψήφισαν στο παρελθόν, προς ποιον πολιτικό χώρο βρίσκονται εγγύτερα, πόσο πιθανό είναι να προσέλθουν τελικά στην κάλπη ή ποια κοινωνικά, πολιτικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά διαφοροποιούν την εκλογική τους συμπεριφορά.
Δεν βλέπουμε, δηλαδή, μια νέα μέτρηση ούτε ένα εμφανές μοντέλο πρόβλεψης της ψήφου. Βλέπουμε έναν μαθηματικό μετασχηματισμό της πρόθεσης ψήφου.
Και αυτή η διάκριση έχει σημασία.
Η εκλογική συμπεριφορά δεν είναι «μέθοδος των τριών», αλλά ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Ο αναποφάσιστος ψηφοφόρος δεν μοιράζεται μηχανικά στα κόμματα με την ίδια αναλογία που έχουν όσοι έχουν ήδη αποφασίσει.
Η απόφαση που θα πάρει πάνω από την κάλπη επηρεάζεται από την προηγούμενη ψήφο, την κομματική ταύτιση, την ιδεολογική τοποθέτηση, τη βεβαιότητα της επιλογής, την πιθανότητα συμμετοχής, την ηλικία, την εκπαίδευση, την κοινωνική θέση, την πολιτική συγκυρία, την προεκλογική εκστρατεία, τη στρατηγική ψήφο και πλήθος ακόμη παραγόντων.
Ο αναποφάσιστος ψηφοφόρος δεν είναι ένα ποσοστό που μπορούμε απλώς να «μοιράσουμε» μηχανικά στα κόμματα σύμφωνα με τη δύναμη που ήδη έχουν μεταξύ όσων έχουν αποφασίσει.
Η υπόθεση ότι, αν εξαφανίσουμε τους αναποφάσιστους από τον παρονομαστή, η τελική εκλογική κατανομή θα ακολουθήσει αναλογικά τη σημερινή πρόθεση ψήφου δεν αποτελεί εμπειρικό εύρημα. Είναι μια απλουστευτική παραδοχή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αναγωγή ως μαθηματική τεχνική δεν μπορεί να χρησιμοποιείται. Χρησιμοποιείται ευρέως στη δημοσκοπική αγορά. Άλλο όμως είναι να παρουσιάζεται καθαρά ως αναγωγή επί των δηλωμένων ή εγκύρων επιλογών και άλλο να προσλαμβάνεται από τον πολίτη ως επιστημονικά τεκμηριωμένη «εκτίμηση» του μελλοντικού εκλογικού αποτελέσματος.
Και εδώ αρχίζει η ευθύνη τόσο των εταιρειών όσο και των Μέσων Ενημέρωσης.
Όταν μια κάρτα τιτλοφορείται «Εκτίμηση ψήφου», ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει τι ακριβώς εκτιμήθηκε και με ποια μέθοδο. Χρησιμοποιήθηκε στατιστικό μοντέλο; Ποιες μεταβλητές περιλαμβάνει; Πώς αντιμετωπίστηκαν οι αναποφάσιστοι; Ποιες παραδοχές έγιναν; Ή πρόκειται απλώς για μαθηματική αναγωγή των ήδη καταγεγραμμένων ποσοστών;
Αν είναι το δεύτερο, αυτό πρέπει να δηλώνεται με σαφήνεια.
Ιδιαίτερα προβληματικό γίνεται το ζήτημα όταν τα Μέσα επιλέγουν να προβάλλουν κυρίως ή αποκλειστικά την κάρτα της «εκτίμησης». Γιατί τότε ο αριθμός που μένει στον πολίτη ως «δύναμη» ενός κόμματος μπορεί να είναι ένας αριθμός που δεν καταγράφηκε ποτέ αυτούσιος στο δείγμα.
Γι’ αυτό, όταν βλέπετε μια δημοσκόπηση, σταθείτε πρώτα στην πρόθεση ψήφου. Εκεί βρίσκεται η άμεση καταγραφή των απαντήσεων.
Κοιτάξτε πόσοι δηλώνουν αναποφάσιστοι. Κοιτάξτε το λευκό, το άκυρο, την αποχή, το «άλλο». Και όταν σας παρουσιάζεται μια «εκτίμηση», κάντε την πιο απλή αλλά και πιο ουσιαστική ερώτηση: Πώς προέκυψε;
Αν δεν γνωρίζετε τη μέθοδο, μην θεωρείτε αυτομάτως ότι πρόκειται για μια «πιο αληθινή» εκδοχή της πρόθεσης ψήφου.
Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι απλοί αριθμοί σε μια τηλεοπτική κάρτα. Παρεμβαίνουν στον δημόσιο διάλογο, δημιουργούν εικόνες συσχετισμών, επηρεάζουν την πολιτική ατζέντα και μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και την ίδια την εκλογική συμπεριφορά.
Γι’ αυτό η μεθοδολογική διαφάνεια και η συνέπεια στην παρουσίαση των ευρημάτων δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες.
Είναι ζήτημα επιστημονικής δεοντολογίας, ποιότητας της ενημέρωσης και, τελικά, σεβασμού προς τον πολίτη.
Αφού οι δημοσκοπήσεις θα είναι ξανά παντού τους επόμενους μήνες, ας μάθουμε τουλάχιστον να τις διαβάζουμε σωστά και να ξεχωρίζουμε τι πραγματικά μετρήθηκε και τι κατασκευάστηκε μαθηματικά εκ των υστέρων.
Η δημοκρατία απαιτεί ενημερωμένους πολίτες. Και οι ενημερωμένοι πολίτες δεν αρκεί να διαβάζουν τα ποσοστά μιας δημοσκόπησης. Πρέπει να γνωρίζουν και πώς αυτά τα ποσοστά προέκυψαν.