#PRESS_21 Διηγήματα για την Επανάσταση και τη Δημοσιογραφία

Με τη δημοσίευση του διηγήματος «Αντικριστά» της Βάσιας Τζανακάρη συνεχίστηκε μέσω της «ΜτΚ» η Δράση του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΜ-Θ, στο πλαίσιο της συμπλήρωσης διακοσίων ετών από την εξέγερση του 1821

- Newsroom

Μαντώ

Χρόνια στέκονταν αντίκρυ τα δυο τα σπίτια μας. Το ένα κάτοπτρο του άλλου, να κοιτιούνται κάθε μέρα, οι πόρτες να μισανοίγουν, κάτι να θέλουν να πουν, μα κάθε βράδυ τα παραθυρόφυλλα να κλείνουν, οι στέγες να μη σμίγουν. Μήτε κι εγώ ξέρω πώς το άντεξα. Λένε πως ο Θεός δίνει στον καθέναν ό,τι αντέχει. Γι’ αυτό τάχα; Επειδής ήξερε ότι αντέχω; Σάματις τι θα πει αντέχω; Πονάω αλλά δεν πέφτω ν’ αποθάνω; Άμα είν’ έτσι, ναι, αντέχω. Η καρδιά μου χτυπάει σαν εκείνα τα καλοκουρντισμένα ρολόγια που φτιάνουν οι ωρολογοποιοί της Γενεύης, μα τώρα, κάτω απ’ τον ήλιο που καίει όλη την πομπή, δεν είμαι σίγουρη ότι την ακούω. Χτυπάει αλήθεια; Γιατί να χτυπάει άμα η δικιά του είναι σταματημένη; Κι ας φέρθηκα σκληρά. Κι ας μην πήγα να τον δω τις τελευταίες του ώρες. Εκεινού η εγκατάλειψη ήταν χειρότερη, κι ύστερα δεν ήθελα να τον δω να ψυχορραγεί· φοβόμουν μην και δεν με γνωρίσει. Την τελευταία νύχτα πριν αποθάνει, μου πέρασε απ’ τον νου μήπως και γινότανε καλά άμα μ’ έβλεπε μπροστά του άξαφνα. Κι ας έλεγε τ’ άλλο το σκυλί ότι εγώ τον αρρώσταινα. Ούτε τ’ όνομά του δεν θέλω να φέρω στη σκέψη μου. Όχι σήμερα, ούτε ψες, ούτε προψές, που μόλις έμαθα τα μαντάτα για το φευγιό εκεινού ξερίζωσα όλους τους κατιφέδες απ’ το πιθαράκι και μάδησα τις μπουκαμβίλιες γύρω γύρω, για να τον νεκροστολίσω. Χάρηκε η φραγκοντυμένη, έκραζε όλο τ’ Ανάπλι, και ναι, κάτι μέσα μου σκίρτησε γιατί με είχε πουλήσει, μα η αγάπη σκάβει πιο βαθιές πληγές από την περηφάνια και τώρα γι’ αυτό σφίγγομαι σαν σκέφτομαι το δέρμα του κερένιο, τα μάτια του, που σπίθιζαν, και δεν θα ξανανοίξουν, το μαύρο τους πώς χύνονταν στο μαύρο των δικών μου, τα βράδια στη σκηνή του στρατοπέδου, κι ας λέγαν οι άλλοι, γυναίκες κι άντρηδες - και τι δεν λέγανε άμα είχα καθίσει στην Τεργέστη κανείς δεν θα ’χε να πει διείτε την διείτε την, την αστεφάνωτη, όλο τρέχει ξοπίσω του, κι ούτε θα τονε γνώριζα ποτέ, πανάθεμά τον, που πήρε την καρδιά μου και την πέταξε, γιατί του είπαν ψέματα και στάθηκε δειλός. Το ’χε πει, το είπε, θα σε πάρω, υπόσχεση γραπτή, μου την πήρε πίσω. Αυτό μονάχα δειλός το κάνει. Κι ας ήτανε· για λίγο ήταν δικός μου. Ο ήλιος καίει τον σβέρκο μου, παίρνω φωτιά, η πομπή συνεχάει κι εγώ στο βάθος, μόνη, να προχωράω, τα κεντητά πασούμια μου μες στη σκόνη, τα μάγουλά μου έχουν κορώσει, ιδρώς τρέχει ανάμεσα στα στήθια μου, τον σκουπίζω κλεφτά, αλμυρός, αλμυρά και τα δάκρυα που φτάνουν στο πάνω χείλι και τα καταπίνω, κι ούτε κανείς θα μου σταθεί γιατί δεν είμαι χήρα, τα μαύρα μου είναι φράγκικα, και τ’ όνομά μου ξευτελίστηκε με τις ψεύτικες κατηγόριες εκείνου του σκυλιού για τον Εγγλέζο κι ότι εγώ χάλναγα την υγεία του πρίγκιπα. Και τι κατάλαβαν; Θα μου τον βάνουνε στη γης να σκουληκιάσει, κι απ’ όλη τη δόξα την τρανή και το λαμπρό μυαλό του και την αγάπη για την πατρίδα, τι έχεις να θυμάσαι πιότερο Μαντώ, συφοριασμένη; Πώς άλλαζε η ανάσα του σαν ήταν από πάνω σου, πώς σ’ έσφιγγε στα χέρια του κι η σάρκα σου ξεχείλιζε. Σάρκινοι ήρωες ήμασταν κι οι δυο, τίποτα παραπάνω, από χώμα φτιαγμένοι, και στο χώμα γυρνάμε. Μόνο να προλάβω να φύγω από τούτον δω τον παλιότοπο, έχει θάλασσα και με γέλασε αλλά εγώ πρέπει να γυρίσω στο νησί, ν’ αποθάνω στον τόπο τον δικό μου, εδώ η γης η ίδια δεν με θέλει, σαν με παραχώσουν εδώ, το χώμα θα ανασκαλευτεί, θα με βγάλει όξω σαν φτυσιά κι ύστερα τα όρνια θα με σκυλέψουν κι ούτε θα θυμούνται που ’δωκα όλη μου την προίκα για να να ’μαστε όλοι μαζί λεύτεροι, δεν λογάριασα μήτε τα σμαράγδια που στόλιζαν τ’ αυτιά μου και λαμποκοπάγανε μες στα μαλλιά μου στο φως, μήτε όσα μου φύλαγε η μάνα στα σεντούκια. Τόσο φως δεν το αντέχω σήμερα, άιντε. Άιντε, κινήστε πιο γρήγορα, γιατί τα γόνατά μου λυγάνε και δεν μποράω άλλο, και κανείς δεν θα με βαστήξει άμα πέσω, καίει μανούλα μου ο ήλιος, Αύγουστος μήνας, κι εκεινού το κορμί θα ’χει πάρει να λιώνει όπως έλιωσα κι εγώ σαν το κεράκι μακριά του. Ας είναι. Κι ας είναι ελαφρύ το χώμα. Μια φορά, μπορώ να το καυχιέμαι, ξέρω κι αγαπάω αληθινά.

Μαρίνα

Τόλμησε να μου πει κάποτε η μάνα μου πως δεν ήταν αληθινή αγάπη. Άμα ήταν, είπε, θ’ άφηνε τη γυναίκα του και θα ‘ρχότανε κοντά σου - αλλά ποιος παντρεμένος αφήνει τη γυναίκα του για την γκόμενα. Μπίλιες γίναμε τότε, ακόμα το θυμάμαι, Αύγουστος ήτανε, σαν τώρα, χρόνια πριν, κι είχα κατέβει στο πατρικό στο Ναύπλιο μερικές μέρες – είχα άδεια απ’ την εφημερίδα – να κάνω δυο μπάνια, να με δει το φως, να φάω να στυλωθώ, που έλεγε κι η μάνα μου, αλλά κυρίως να μην σκέφτομαι εκείνον που ήταν στη Χαλκιδική μαζί της. Αύγουστος ήτανε και καθόμουν στον ήλιο στην αυλή, πρωί ακόμα κι ο ήλιος ήπιος, με χάιδευε, κι είχα κλείσει τα μάτια να διώξω τις σκέψεις και να ’σου η σκιά της μάνας μου από πάνω μου, σχεδόν δυσοίωνη. Για δουλειά, πήγε, της είπα μόλις κάτι μου πέταξε, κι ας ήξερα κι εγώ ότι δεν ήταν αλήθεια·ερευνούσε, είχε πει, την επανάσταση στη Χαλκιδική, θα πήγαινε και στη μονή Εσφιγμένου, όλη η χρονιά που ερχόταν θα ’ταν αφιερωμένη στο ’21, κι εκείνος, που η σκούφια του κράταγε από τη Θεσσαλονίκη κι ας είχε ξεβραστεί στην Αθήνα, ήθελε, έλεγε, να φωτίσει κι εκείνη την πτυχή της ιστορίας. Σχεδίαζε αφιερώματα στην εφημερίδα, ειδικές εκδόσεις, χορηγίες σε ντοκιμαντέρ. Κι εγώ θα έκανα λίγη υπομονή, θα περνούσε ο καταραμένος ο Αύγουστος, θα γυρίζαμε στην Αθήνα, εκείνος στο γραφείο του, εγώ στο δικό μου, με μια τζαμαρία να μας χωρίζει γιατί εκείνος ήταν διευθυντής, κλεισμένος στο κουβούκλιό του, ο γυάλινος κόσμος σου, του έλεγα για να τον τσιγκλάω, γιατί έπιανε το νόημα το διπλό - κάποτε που εκείνη έλειπε στο εξωτερικό είχα πάει στο σπίτι τους στο Μετς, διαμέρισμα απ’ τα λίγα, με θέα Ακρόπολη, και είδα τη συλλογή της από γυάλινες μινιατούρες και σκέφτηκα πως μια να έδινα με το χέρι μου θα τον διέλυα τον εύθραυστο τον κόσμο της, ύστερα όμως εκείνος με πλησίασε από πίσω, και ποιος ήταν ο εύθραυστος τότε; Κι ήρθε ο Σεπτέμβρης, καλή χρονιά, του είπα, για μένα αυτός ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου, όταν όλα παίρναν ξανά μπρος, και πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά, μου ανέθεσε το αφιέρωμα στις γυναίκες της Επανάστασης και θα ήθελα να γράψω μια μονογραφία για τη Μαντώ Μαυρογένους; Είχε σκεφτεί μια τέτοια σειρά βιβλίων, κι εγώ είπα ναι, για να πέσω με τα μούτρα στην έρευνα, να μην σκέφτομαι ότι κάθε βράδυ κάθονταν παρέα στο σαλόνι, με την Ακρόπολη πίσω από τη τζαμαρία φωτισμένη, και πως ύστερα πλάγιαζε δίπλα της, ενώ εμείς, εμείς συναντιόμασταν σε ένα πρωινό δωμάτιο ξενοδοχείου στην Πανεπιστημίου, με άσχημο φως που τόνιζε το σώμα μου όπου έπαιρνε να χαλαρώνει, μια υπενθύμιση ότι ο χρόνος κυλούσε χωρίς να κάνω ουσιαστικά βήματα στη ζωή, και τι ’ναι άραγε τα ουσιαστικά βήματα, να κάνεις δική σου οικογένεια, με παιδιά, σκυλιά, αμάξια, καλοκαίρια στο Ναύπλιο, όλοι γύρω απ’ το τραπέζι, ή μόνο να αγαπάς και να αγαπιέσαι βαθιά, χωρίς ξεκάθαρο φόντο; Πάντα μια φωνή: αν σ’ αγαπούσε, Μαρίνα, θα την άφηνε, πάντα μια αμφιβολία, με το φως στο δωμάτιο του ξενοδοχείου να τη φωτίζει αμείλικτα, κι εμένα με τα πλαδαρά μου πια μπούτια, κι εκείνον με τις ασπρισμένες τρίχες στο στήθος, πολλά, πολλά χρόνια, εγώ κι αυτός, από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην εφημερίδα, δεν ξέρω πώς, δεν ήταν ωραίος, ξερακιανός ήτανε, μου άρεσαν όμως έτσι, άντρες ομορφάσχημοι, έξυπνοι, και συν τοις άλλοις αυτός πίστεψε πολύ στο γράψιμό μου - τι άλλο ήθελα; Δουλέψαμε πυρετωδώς όλη τη χρονιά, λίγοι πηγαίναμε στο γραφείο με την κατάσταση που επικρατούσε με τον ιό. Και πώς μετά από τόσα χρόνια, αρκούσε μια ματιά για να στριμωχτούμε σε καμιά γωνιά σαν μαθητές στις τουαλέτες του σχολείου. Και πώς στο τέλος ήμασταν περήφανοι για τα αφιερώματα, εγώ ιδίως για το βιβλίο για τη Μαντώ, που το δώσαμε δώρο μαζί με την εφημερίδα, αλλά έκανε τέτοιο πάταγο που βγαίνει στα βιβλιοπωλεία σε δυο μήνες. Τον Οκτώβρη. Τώρα είναι Αύγουστος. Ξανά. Οι ηρωισμοί τελείωσαν, το φως είναι δυνατό, ο ήλιος καυτός, κι όσο κι αν κλείσω τα μάτια οι σκέψεις δεν φεύγουν. Στέκομαι με τα λουστρίνια μου και τα πόδια μέσα γυμνά να ιδρώνουν, αυτά ήταν τα αγαπημένα του, στέκομαι πίσω πίσω, στον τσιμεντένιο διάδρομο καθώς ο παπάς ψέλνει και κρατιέμαι να μην κλάψω, να, η χήρα μπροστά μπροστά δεν κλαίει, ίσως η χήρα να είμαι εγώ, αλλά κανείς δεν θα ’ρθει να δώσει κουράγιο σε μένα, και γι’ αυτό φταίει εκείνος, τώρα θυμώνω, πρώτη φορά, θυμώνω που εγώ είμαι μακριά του την ύστατη στιγμή, εντάξει, εντάξει, δεν θα με δει κανείς, κανείς δεν ήξερε, κανείς δεν θα με κρίνει, δεν είναι τίποτα, μπορώ να κλάψω όσο θέλω που τα γραφεία μας δεν έσμιξαν ποτέ, μόνο κοιτιούνταν πίσω απ’ το τζάμι κάθε μέρα, το ένα με το άλλο χρόνια αντικριστά.

tzanakari.jpg

Η Βάσια Τζανακάρη γεννήθηκε στις Σέρρες. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο ΑΠΘ και μετάφραση-μεταφρασεολογία στο ΕΚΠΑ. Με το πρώτο της βιβλίο 11 Μικροί φόνοι, ιστορίες εμπνευσμένες από τραγούδια του Nick Cave (2008) ήταν υποψήφια για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Ακολούθησε το μυθιστόρημα Τζόνι και Λούλου (2011), ένα βιβλίο για παιδιά (Ένα δώρο για τον Τζελόζο, 2013) και η συλλογή διηγημάτων Η καρέκλα του κυρίου Έκτορα (2014), όλα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως μεταφράστρια, έχοντας μεταφράσει Virginia Woolf (βραβείο Εταιρείας Ελλήνων Μεταφραστών Λογοτεχνίας), Ian Rankin, Shirley Jackson, κ.ά. Το τελευταίο της μυθιστόρημα, με τίτλο Αδελφικό, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 23 Μαΐου 2021

Loader
ESPA