Πρόωρες εκλογές… Γιατί; Του Δημήτρη Κατσαντώνη

Υπάρχει, εκτός του ευμετάβλητου έτσι και αλλιώς «λαϊκού αισθήματος», κάποια αντικειμενική βάση;

Η συζήτηση για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών έχει ανάψει για τα καλά. Όχι μόνο στις πολιτικές οροφές ή σε όσους κατ’ επάγγελμα ασχολούνται με τις εξελίξεις (όπως είναι οι δημοσιογράφοι ή οι σχολιαστές - αρθρογράφοι), αλλά στην ίδια την κοινωνική βάση.

Αυτό μπορεί να το διακρίνει κανείς και στον κοινωνικό του περίγυρο αλλά και στις μετρήσεις της κοινής γνώμης όπου στα ερωτήματα εάν θέλουν (ή προβλέπουν) οι πολίτες πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, η πλειοψηφία τοποθετείται πλέον υπέρ -μία σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με μετρήσεις στις αρχές του έτους.

Υπάρχει, εκτός του ευμετάβλητου έτσι και αλλιώς «λαϊκού αισθήματος», κάποια αντικειμενική βάση για πρόωρες εκλογές;

Θα έλεγα ναι, για τους παρακάτω τρεις λόγους:

  • Οι εκλογές πριν την ώρα τους «νομιμοποιούνται» όταν υπάρχει δυσαρμονία λαϊκής βούλησης και σύνθεσης του Κοινοβουλίου.

Είναι προφανές ότι μέσα στην κοινωνία οι πολιτικοί συσχετισμοί του 2023, δεν υφίστανται πλέον. Δεν είναι μόνο οι δημοσκοπήσεις που το δείχνουν αλλά η ίδια η εκλογική καταγραφή των ευρωεκλογών.

Και τα δύο αυτά στοιχεία δείχνουν μία επιμονή -επειδή ως γνωστόν, τα γεγονότα είναι πεισματάρικα: Το κυβερνών κόμμα έχει χάσει τουλάχιστον το 30% της δύναμης του παραμένοντας πρώτο (ίσως επειδή πέφτει από ψηλά), η αξιωματική αντιπολίτευση των προηγούμενων εθνικών εκλογών έχει κατακερματισθεί, το ΠΑΣΟΚ την έχει διαδεχθεί σε αυτή τη θέση και φαίνεται να «ξεκολλά τη βελόνα» έστω και σταδιακά, ο αντισυστημισμός θεριεύει και αναζητά πολιτική έκφραση, τα πολιτικά κενά είναι πολλά και εκ δεξιών και εξ αριστερών -κενά που κόμματα υπαρκτά ή ακόμη σε κατάσταση υπερηχογραφήματος πασχίζουν να τα καλύψουν.

Ναι, αλλά η ΝΔ παραμένει πρώτη. Σωστά. Και; Όπως όλα δείχνουν παραμένει μακριά από την αυτοδυναμία. Οπότε, επειδή μιλάμε για Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, περνάμε στο δεύτερο σημείο: Την περίφημη «δεδηλωμένη».

  • Από τη στιγμή που τα μέχρι στιγμής δεδομένα δείχνουν την περίφημη «δυσαρμονία» και πως δεν υπάρχει αυτοδυναμία (στοιχεία που όσο περνά ο καιρός μάλλον θα εντείνονται), το θέμα δεν είναι το πρώτο κόμμα αλλά ποιος έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Μα χωρίς το πρώτο κόμμα; Θεσμικά είναι κάτι απολύτως νόμιμο. Από άποψη «δημοκρατικής δεοντολογίας» η οποία προβάλλεται με έμφαση τελευταίως, η απάντηση είναι πως και αυτή η «δεοντολογία» μπορεί να ικανοποιηθεί στον βαθμό που υπάρξουν κόμματα τα οποία θα συμφωνήσουν ότι απαιτείται μία κυβέρνηση, η οποία πρέπει να χαράξει τελείως άλλον δρόμο (κυρίως στα ζητήματα θεσμικής λειτουργίας της Δημοκρατίας μας…) από αυτόν που ακολούθησε η παρούσα κυβερνητική δύναμη.

Μα δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια συμφωνία -εύλογος αντίλογος. Οι συσχετισμοί των εκλογών, λέει η αξιωματική αντιπολίτευση, μπορεί να την επιβάλλουν. Μπορεί… Προς στιγμήν, δεν υπάρχει ως δεδομένο.

Αλλά το ερώτημα έχει και αντίστροφη ροή: Εάν κανείς δεν θέλει να σχηματίσει κυβέρνηση με τη ΝΔ (μία θέση απομόνωσης που πρέπει να την προβληματίσει), τότε τι διέξοδος υπάρχει σε μία Κοινοβουλευτική Δημοκρατία; Είτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία ανεξάρτητα αν συμμετάσχει ή όχι το πρώτο κόμμα είτε νέα προσφυγή στις κάλπες (προς δόξαν της σταθερότητας…).

Και εδώ ερχόμαστε, στο τρίτο σημείο:

  • Αντέχουμε να τα υποστούμε όλα αυτά παραμονές της προεδρίας μας στην ΕΕ (δηλαδή, μέσα στο τελευταίο εξάμηνο πριν την ανάληψη της);

Η προεδρία της ΕΕ από μία χώρα δεν είναι μόνο πανηγυρικές συνεδριάσεις. Είναι, κυρίως, κοπιώδης προσπάθεια να προωθήσεις την εθνική σου ατζέντα, σε πολλούς τομείς, μέσα σε μία γενικότερη ευρωπαϊκή στρατηγική. Την τελευταία φορά που ασκήσαμε Ευρωπαϊκή Προεδρία (επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη) η χώρα κέρδισε πολλά. Αλλά η προετοιμασία ήταν σκληρή -και ήθελε χρόνο…

Συνεπώς, οι πρόωρες εκλογές πιθανόν «να ήταν μία κάποια λύσις».


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 10.05.2026

ESPA