Η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται πλέον στο μεταίχμιο ενός ιστορικού κόμβου, που όσο παραμένει εγκλωβισμένη και «φυλακισμένη» σε αυτόν, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να απωλέσει και να αποξενωθεί οριστικά από τον κεντρικό κατευθυντήριο πυρήνα της αποστολής της, που είναι να υπηρετεί τις τοπικές κοινωνίες, τον άνθρωπο, όχι μόνο με αναβαθμισμένες υπηρεσίες αλλά -και κυρίως- με σχέδια, προγράμματα, δράσεις και υποδομές που αναβαθμίζουν και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.
Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, με αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης, συντελείται διαρκώς ένας απερίγραπτος οικονομικός και θεσμικός στραγγαλισμός των Δήμων, τους οποίους έχει φέρει αντιμέτωπους ακόμη και με το φάσμα της ολοκληρωτικής χρεωκοπίας, σε σημείο που να απειλείται ακόμη κι αυτή η καταβολή της μισθοδοσίας. Μέσα σε αυτό το δραματικό κλίμα, οι Δήμοι καλούνται όχι μόνο να διαχειριστούν την λειτουργική καθημερινότητα των Οργανισμών και των Υπηρεσιών τους, αλλά να μπορούν να σχεδιάσουν και το μέλλον της περιοχής τους. με όρους ανάπτυξης και ποιότητας ζωής. Το πόσο εφικτό είναι αυτό καταγράφεται τελευταία όλο και συχνότερα από τις δημόσιες παρεμβάσεις των συλλογικών μας οργάνων, όπως είναι η ΚΕΔΕ και οι ΠΕΔ ανά τη χώρα. Δυστυχώς απευθυνόμαστε σε ώτα μην ακουόντων, με αποτέλεσμα το μέλλον των Δήμων να διαγράφεται ζοφερότερο από όσο κανείς μπορεί να φανταστεί.
Περιβάλλον και εκπαίδευση
Στον Δήμο μας αντιστεκόμαστε στην ασκούμενη απαξίωση των ΟΤΑ, επιμένοντας να οραματιζόμαστε, να σχεδιάζουμε, να διεκδικούμε και να εκτελούμε φιλόδοξα έργα επ’ ωφελεία της κοινωνίας, με «όπλα» τη χρηστή και λελογισμένη διαχείριση των συρρικνωμένων οικονομικών, τη διεκδίκηση χρηματοδοτικών πόρων (ευρωπαϊκών και εθνικών) και τη σκληρή δουλειά των ελάχιστα εναπομεινάντων εργαζομένων, καθώς η υποστελέχωση έχει ξεφύγει προ πολλού από τα ελάχιστα επιτρεπτά και ανεκτά όρια.
Στο πλαίσιο αυτό, το ενδιαφέρον μας περισσότερο επικεντρώνεται τελευταία στην προστασία του περιβάλλοντος, μέσω των αναπλάσεων κοινόχρηστων χώρων, του σχεδιασμού και δημιουργίας νέων, του διαρκώς επεκτεινόμενου πρασινισμού του Δήμου μας, και μέσω της εκπαίδευσης και της προσχολικής φροντίδας. Οι λόγοι της προστασίας του περιβάλλοντος, και μάλιστα σε μία παρατεταμένη περίοδο κλιματικής κρίσης και αλλαγών, είναι προφανώς αυτονόητοι. Τους αναδεικνύουν, όμως, οι πυρκαγιές που ξέσπασαν σε αστικούς ιστούς καίγοντας εργοστάσια και επιβαρύνοντας με επικίνδυνους ρύπους την ατμόσφαιρα.
Έτσι, στο συνδυαστικό πεδίο του περιβάλλοντος και της εκπαίδευσης, έχουμε:
* Φύτευση, σε όλη την έκταση του Δήμου, 8.700 νέων δένδρων και θάμνων μόνο τους τελευταίους μήνες, ενώ την τελευταία τριετία έγιναν περισσότερες από 100.000 φυτεύσεις, μεταξύ των οποίων 11.000 στο πλαίσιο της ανάπλασης της οδού Επταπυργίου και των 50 κάθετων οδών στις Συκιές.
* Ανάπλαση του Δημοτικού Άλσους της Δενδροφυτείας (Συκιές), με έτοιμη μελέτη προς δημοπράτηση, διεκδικώντας την ένταξη του έργου στο Πράσινο Ταμείο για τη χρηματοδότησή του (6.500.000 ευρώ).
* Προστασία, αποκατάσταση και ανάδειξη της Αναδασωτέας Περιοχής Πεύκων (2.000.000 ευρώ).
* Προστασία, αποκατάσταση και ανάδειξη του Άλσους Δελασάλ (Πεύκα, 4.000.000 ευρώ).
* Διαμόρφωση χώρου αναψυχής στην περιοχή «Κολοκοτρώνη» (Συκιές, 2.000.000 ευρώ).
* Βιώσιμος Ανασχεδιασμός Αστικών Οδών και Κοινοχρήστων Χώρων της περιοχής «Βάρνα» (Συκιές, 1.354.554€).
* Ανάπλαση της περιοχής Καλλιθέας (Συκιές) και κατασκευή των 1ου-5ου Δημ. Σχολείων και Γυμναστηρίου (22,5 εκατ. ευρώ).
* Κατασκευή τριών σχολικών μονάδων (4ου Δ.Σ. Πεύκων, 7ου Νηπιαγωγείου Πεύκων, 1ου ΕΠΑΛ Συκεών). Η εξέλιξη αυτή θα επιτρέψει την απελευθέρωση του χώρου όπου βρίσκεται σήμερα το 3ο Δημοτικό Σχολείο Πεύκων και θα ανοίξει τον δρόμο για τη δημιουργία ενός νέου εμβληματικού δημόσιου χώρου στο κέντρο των Πεύκων, μία νέα μεγάλη πλατεία που θα αποτελεί σημείο αναφοράς για όλους τους κατοίκους και την ευρύτερη περιοχή,
Τα περιθώρια έχουν στενέψει
Ας μη ξεχνάμε, λοιπόν, ότι η Θεσσαλονίκη είναι η τελευταία πόλη στην αναλογία τετραγωνικών μέτρων πρασίνου ανά κάτοικο, και την πρόκληση των καρκινογόνων αιωρούμενων μικροσωματιδίων που ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα. Στη Θεσσαλονίκη έχουμε μόνο 1,8 τ.μ. πρασίνου ανά κάτοικο, ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας απαιτεί και προκρίνει τουλάχιστον 9 τ.μ./κάτοικο. Και παρ’ όλα αυτά, κάποιοι επιμένουν ακόμη να διατηρούν τη ΔΕΘ στο κέντρο της πόλης, αρνούμενοι τη μετεγκατάστασή της στα δυτικά, στερώντας την πόλη από έναν πνεύμονα πρασίνου. Τα περιθώρια έχουν στενέψει και πρέπει, επιτέλους, να καθίσουμε να συζητήσουμε για ένα ασφαλές μοντέλο ανάπτυξης, για ένα μητροπολιτικό σχέδιο χρήσης γης, για ένα νέο μοντέλο αντιμετώπισης των πυρκαγιών, προτάσσοντας την υγεία των ανθρώπων, γιατί χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις υγιής οικονομική ανάπτυξη δεν υπάρχει.