Τα μαύρα χρόνια της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Γράφει ο Στράτος Δορδανάς

Οι μαζικές συλλήψεις στις αρχές Ιουλίου 1941, η πείνα του πρώτου κατοχικού χειμώνα και οι εκτελέσεις εντός του Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου, τα αντισημιτικά μέτρα και ο εκτοπισμός των Εβραίων της πόλης

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

- Newsroom

Άρθρο του Στρατού Ν. Δορδανά, αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

dordanas.jpeg

Η γερμανική εισβολή στις 6 Απριλίου 1941 σηματοδότησε την έναρξη μίας περιόδου που θα έμενε βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Η τριπλή Κατοχή που επιβλήθηκε στην Ελλάδα από τους νικητές Γερμανούς συνιστούσε μία πρωτόγνωρη κατάσταση, λίαν επώδυνη για τον πληθυσμό και εξαιρετικά επικίνδυνη για τη μεταπολεμική εδαφική ακεραιότητα της χώρας, στην περίπτωση που αυτή τη φορά το Ράιχ κέρδιζε τον παγκόσμιο πόλεμο. Την εποχή εκείνη δεν ήταν γνωστό ότι πρώτη στο τραπέζι των παραχωρήσεων είχε τοποθετηθεί η Θεσσαλονίκη, ως δέλεαρ στη γιουγκοσλαβική πλευρά, ώστε να προσχωρήσει στον Άξονα.

Τρεις ημέρες μετά την εισβολή, οι πρώτες γερμανικές προφυλακές βρίσκονταν στην πλατεία Βαρδαρίου και διέσχιζαν τους έρημους δρόμους της πόλης. Για τη Θεσσαλονίκη, ξεκινούσε μία μακρά περίοδος ξένης κατοχής, ως ομώνυμη έδρα του Στρατιωτικού Διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου.

Γερμανός αξιωματικός υποβάλλει σε γυμνάσια τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, που συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Ελευθερίας τον Ιούλιο του 1942. Πηγή: United States Holocaust Memorial Museum
Γερμανός αξιωματικός υποβάλλει σε γυμνάσια τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, που συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Ελευθερίας τον Ιούλιο του 1942. Πηγή: United States Holocaust Memorial Museum

Πείνα, απαγορεύσεις, αντισημιτικά μέτρα

Η Ελευθερία Δροσάκη, στο έργο της «Εν Θεσσαλονίκη… Από τον πόλεμο, την κατοχή και την αντίσταση» ξεκινούσε τις αναμνήσεις της από τον καταιγισμό των απαγορεύσεων, διαταγών και επιτάξεων προϊόντων, που προσδιόρισαν ευθύς εξαρχής τη στάση των αρχών Κατοχής έναντι του πληθυσμού. Πρωτόλεια αντισημιτικά μέτρα σε βάρος των Εβραίων της πόλης, οι μαζικές συλλήψεις στις αρχές Ιουλίου 1941 και η διαταγή για τη μετατροπή του στρατοπέδου Παύλου Μελά σε χώρο κράτησης για τους αιχμαλώτους του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος και όσους εκ προοιμίου θεωρήθηκαν πολιτικοί και ιδεολογικοί εχθροί του Γ' Ράιχ, υπήρξαν γεγονότα που αναμφίβολα προδιέγραψαν τις μετέπειτα εξελίξεις, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν έγιναν άμεσα αντιληπτά από το σύνολο των πολιτών.

Η πείνα του πρώτου κατοχικού χειμώνα 1941-42 και οι εκτελέσεις εντός του Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου ήταν οι συμπληγάδες πέτρες, μέσω των οποίων οι Θεσσαλονικείς ήταν έκτοτε υποχρεωμένοι να διέρχονται, στην προσπάθειά τους να επιζήσουν. Ο αγώνας επιβίωσης μέσα σε πρωτόγνωρες συνθήκες και η προσαρμοστικότητα απέκτησαν έκτοτε πρωτεύουσα σημασία για τον άμαχο πληθυσμό, απέναντι σε μία δύναμη Κατοχής που είχε ήδη αποδείξει ότι διέθετε απεριόριστα μέσα τρομοκράτησης για την επιβολή των κυρίαρχων πολιτικών και στρατιωτικών στοχεύσεών της. Είχε, άλλωστε, εφαρμόσει κάποια από αυτά, με τις πυρπολήσεις μίας σειράς χωριών σε γειτονικούς νομούς και τις μαζικές εκτελέσεις κατοίκων, σε αντίποινα για τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ενέργειες.

Αντίσταση και συνεργασία

Θα αναρωτηθεί κανείς, υπό αυτές τις συνθήκες, για τα περιθώρια αντίστασης εντός του μεγάλου αστικού κέντρου των 226.147 κατοίκων, που είχε ήδη χάσει το 0,8% του πληθυσμού του από την πείνα και άλλες αιτίες θανάτου μόνο εντός του 1942 (1.785 νεκροί). Οι απώλειες αυτές ήταν κατά κάποιον τρόπο το πρελούδιο για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Απέναντι σε μία γερμανική διοίκηση αποφασισμένη να πατάξει κάθε αντίδραση και να επιβάλλει με τη χρήση και των πιο απάνθρωπων μέτρων το ναζιστικό «νόμος και τάξη» αντιπαρατάχθηκε μία χειμαζόμενη κοινωνία και ένας διοικητικός μηχανισμός μεταξύ σφύρας και άκμονος. Ο κύκλος του αίματος και της βίας μόλις είχε ανοίξει και σε αυτόν θα πρωταγωνιστούσαν δίπλα στους κατακτητές και όσοι από τους Έλληνες είχαν επιλέξει τη συνεργασία.

Επρόκειτο τελικά για έναν ολόκληρο κόσμο που είχε αναδειχθεί στο προσκήνιο, χάρη στις επαφές του με τους Γερμανούς, πλούτισε μέσα από τη μαύρη αγορά, ανέλαβε κατασκευαστικά έργα, προπαγάνδισε μέσω ραδιοφώνου και εφημερίδων, εξοπλίστηκε από τις αποθήκες της Βέρμαχτ και από τις αρχές Μαρτίου 1943 κατέπεσε με σφοδρότητα στις εβραϊκές περιουσίες, με σκοπό το κέρδος. Τους μήνες του διωγμού και του εκτοπισμού, όταν λίγοι στάθηκαν να βοηθήσουν και να συνδράμουν και αρκετοί έσπευσαν να καταγράψουν τα ονοματεπώνυμά τους στις λίστες των μεσεγγυούχων, η Θεσσαλονίκη δεν υφίστατο μόνο μία ανεπανάληπτη πληθυσμιακή αφαίμαξη, αλλά και θρηνούσε γοερά για τη διαρραγή της κοινωνικής συνοχής της. Η πόλη είχε απολέσει τον εβραϊκό πληθυσμό της και το νεκροταφείο της κοινότητας είχε μετατραπεί σε χώρο βεβήλωσης και σε μάντρα άντλησης υλικών.

Το 1944 και η σκιά του θανάτου

Εντός του 1944 η Θεσσαλονίκη κατέστη αστικό πεδίο μάχης, όταν την ίδια στιγμή στην ύπαιθρο χώρα οι γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, ο ανταρτοπόλεμος και οι ενδοελληνικές συγκρούσεις εκτόξευσαν προοδευτικά τις απώλειες μεταξύ του άμαχου πληθυσμού. Μέχρι τη στιγμή που ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης εγκατέλειψε το ελληνικό έδαφος, την 1η Νοεμβρίου 1944, τα πτώματα στους δρόμους της πόλης και οι ομαδικές εκτελέσεις συνέβαλαν κατά κάποιον τρόπο στην κανονικοποίηση του θανάτου και την εξοικείωση του πληθυσμού με τον φόβο και το άγχος.

Γερμανοί αξιωματικοί στην παραλία της Θεσσαλονίκης, κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Πηγή: Μουσείο Φωτογραφίας «Χρήστος Καλεμκερής», Δήμου Καλαμαριάς.
Γερμανοί αξιωματικοί στην παραλία της Θεσσαλονίκης, κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Πηγή: Μουσείο Φωτογραφίας «Χρήστος Καλεμκερής», Δήμου Καλαμαριάς.

Ζώντας με τον φόβο μήπως και οι Γερμανοί ξανάρθουν, η Απελευθέρωση παρείχε στους πολίτες την πολυτέλεια να κλάψουν για τους δικούς τους ανθρώπους. Μόνο στο Πολεοδομικό Συγκρότημα της Θεσσαλονίκης η έρευνα έχει τεκμηριώσει 1.630 βίαιους θανάτους, οι αιτίες ποικίλουν, όπως και οι αντίστοιχοι δράστες (Γερμανοί, Τάγματα Ασφαλείας, ΟΠΛΑ, μάχη ή άγνωστη αιτία). Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν άλλοι 123 πολίτες που έχασαν τη ζωή τους από συμμαχικούς βομβαρδισμούςΌσο για τα θύματα του Ολοκαυτώματος, η πόλη άργησε να θρηνήσει, γιατί άργησε να αποδεχτεί ότι η εξόντωση των Θεσσαλονικέων Εβραίων στα κρεματόρια των ανατολικών εδαφών όφειλε να περιληφθεί στον κατάλογο των εθνικών απωλειών.

Ευτύχησε, είναι η αλήθεια, τις τελευταίες ημέρες της Κατοχής να μη ζήσει μάχες μεταξύ Γερμανών και Ταγμάτων Ασφαλείας από τη μία πλευρά και ΕΑΜ-ΕΛΑΣ από την άλλη. Η απρόσκοπτη αποχώρηση των Γερμανών από την πόλη και η διάσωση των υποδομών της από την τέλεια καταστροφή περιόρισαν το εύρος των υλικών και ανθρώπινων απωλειών.

Έκτοτε δεν αναμετρήθηκε με τον πόλεμο, γιατί στα Δεκεμβριανά υπήρξε απλός θεατής των εξελίξεων στην πρωτεύουσα, ζώντας βρετανικές δυνάμεις, κυβερνητικοί εκπρόσωποι και εαμικές αρχές σε μία εύθραυστη ισορροπία ειρήνης και συγκατάβασης.

Η επόμενη φορά που η Θεσσαλονίκη θα έβλεπε έναν στρατό να βάλλει εναντίον της και θα μετρούσε νεκρούς ανάμεσα στους κατοίκους της θα ήταν το μακρινό 1948. Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.

Δημοσιεύτηκε στο επετειακό αφιέρωμα «Ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης» που κυκλοφόρησε με τη «Μακεδονία της Κυριακής» 25/10/2026

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA