Γράφει ο Καθ. Νίκος Παπαϊωάννου
Υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού
π. Πρύτανης ΑΠΘ
Για πολλά χρόνια η Θεσσαλονίκη άκουγε για έργα που σχεδιάζονταν, εξαγγέλλονταν και μεταφέρονταν από τη μία δεκαετία στην επόμενη. Η πόλη έμαθε να περιμένει. Και, μαζί με την αναμονή, μεγάλωσε μία δικαιολογημένη δυσπιστία απέναντι σε κάθε νέο χρονοδιάγραμμα και κάθε κυβερνητική υπόσχεση.
Αυτή η εικόνα έχει αρχίσει να αλλάζει. Όχι επειδή λύθηκαν όλα τα προβλήματα. Ούτε επειδή η καθημερινότητα έγινε ξαφνικά εύκολη. Αλλά επειδή σήμερα υπάρχουν έργα που ολοκληρώθηκαν, εργοτάξια που προχωρούν και παρεμβάσεις που έχουν περάσει από τα λόγια στην πράξη.
Το Μετρό λειτουργεί και η επέκτασή του προς την Καλαμαριά διαμόρφωσε πλέον ένα δίκτυο 18 σταθμών, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο μετακινούνται καθημερινά χιλιάδες πολίτες. Το FlyOver προχωρά με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2027, ώστε η Θεσσαλονίκη να αποκτήσει έναν ασφαλέστερο και πιο λειτουργικό περιφερειακό άξονα. Το Πανεπιστημιακό Παιδιατρικό Νοσοκομείο στο Φίλυρο κατασκευάζεται και θα καλύψει μία ανάγκη δεκαετιών για ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα.
Παράλληλα, ο διεθνής διαγωνισμός για την ανάπλαση της ΔΕΘ έχει ξεκινήσει, με στόχο έναν σύγχρονο εκθεσιακό χώρο και ένα μεγάλο μητροπολιτικό πάρκο μέσα στην πόλη. Η επέκταση του 6ου προβλήτα μπορεί να ενισχύσει καθοριστικά τον ρόλο του λιμανιού ως εμπορικής πύλης προς τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το Μουσείο Ολοκαυτώματος προχωρά, αποδίδοντας στη Θεσσαλονίκη ένα τοπόσημο ιστορικής μνήμης με διεθνή ακτινοβολία.
Αυτά δεν είναι αποσπασματικά έργα. Αποτελούν κομμάτια μίας διαφορετικής Θεσσαλονίκης που αρχίζει να σχηματίζεται μπροστά μας.
Δεν αρκούν όμως.
Η Θεσσαλονίκη του 2030 δεν μπορεί να είναι απλώς η σημερινή πόλη με μερικές ακόμα υποδομές. Χρειάζεται ένα ενιαίο σχέδιο για τις μετακινήσεις, τις γειτονιές, την οικονομία, τα πανεπιστήμια και την ποιότητα ζωής. Χρειάζεται να ξέρουμε πού θέλουμε να φτάσουμε -και να μετράμε κάθε χρόνο την απόσταση που διανύσαμε.
Πρώτη προτεραιότητα είναι η ολοκλήρωση ενός σύγχρονου συστήματος μεταφορών. Με κορμό το Μετρό, επόμενο μεγάλο βήμα πρέπει να είναι η επέκταση προς τη βορειοδυτική Θεσσαλονίκη. Δεν μπορεί ο Εύοσμος, το Κορδελιό, η Σταυρούπολη, η Πολίχνη και η Νεάπολη-Συκιές να μένουν έξω από τον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας. Παράλληλα, πρέπει να ωριμάσουν οι συνδέσεις προς το αεροδρόμιο και να αξιοποιηθεί ο δυτικός προαστιακός σιδηρόδρομος.
Ο στόχος είναι απλός: Έως το 2030, ένας πολίτης να μπορεί να μετακινείται από τη μία άκρη του Πολεοδομικού Συγκροτήματος στην άλλη χωρίς να εξαρτάται υποχρεωτικά από το αυτοκίνητό του. Με αξιόπιστες μετεπιβιβάσεις, πυκνά δρομολόγια, ηλεκτρονική πληροφόρηση και ενιαία λογική λειτουργίας των μέσων.
Δεύτερη προτεραιότητα είναι η δυτική Θεσσαλονίκη. Εκεί χτυπά ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής καρδιάς της πόλης, εκεί ζουν δεκάδες χιλιάδες νέες οικογένειες, αλλά εκεί συσσωρεύτηκαν και οι μεγαλύτερες ανισότητες σε υποδομές και περιβάλλον. Η ανάπλαση του παραλιακού μετώπου από το λιμάνι προς τα δυτικά, η αποκατάσταση επιβαρυμένων περιοχών, η καλύτερη συγκοινωνιακή σύνδεση και η δημιουργία νέων δημόσιων χώρων δεν είναι τοπικά αιτήματα. Είναι προϋπόθεση για να αναπτυχθεί ισόρροπα ολόκληρη η Θεσσαλονίκη.
Τρίτος πυλώνας είναι η γνώση. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη δύναμη της πόλης. Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το Διεθνές Πανεπιστήμιο, το ΕΚΕΤΑ, οι νεοφυείς επιχειρήσεις και οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας συγκροτούν ένα οικοσύστημα που λίγες πόλεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης διαθέτουν.
Ως πανεπιστημιακός και πρώην πρύτανης, πιστεύω βαθιά ότι εδώ βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα της επόμενης περιόδου: Να μετατρέψουμε την επιστημονική γνώση σε παραγωγή, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και πραγματικές ευκαιρίες για τους νέους. Να συνδέσουμε πιο σταθερά τα πανεπιστήμια με την έρευνα και την οικονομία. Να αυξήσουμε τα ξενόγλωσσα προγράμματα, να προσελκύσουμε φοιτητές και ερευνητές από το εξωτερικό και να δώσουμε στα παιδιά της Θεσσαλονίκης σοβαρούς λόγους να χτίσουν εδώ τη ζωή τους.
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσους φοιτητές εκπαιδεύει η πόλη. Είναι πόσους μπορεί να κρατήσει μετά το πτυχίο.
Τέταρτη προτεραιότητα είναι η καθημερινότητα. Η πρόοδος δεν κρίνεται μόνο από το μέγεθος ενός έργου, αλλά και από το αν ο πολίτης βρίσκει καθαρό πεζοδρόμιο, περισσότερο πράσινο, ασφαλή σχολεία, γρήγορη εξυπηρέτηση και μία γειτονιά στην οποία θέλει να μεγαλώσει τα παιδιά του.
Η ανάπλαση της ΔΕΘ πρέπει να δώσει πραγματικό δημόσιο χώρο. Το παραλιακό μέτωπο χρειάζεται ενιαία αντιμετώπιση και σύνδεση με τις γειτονιές. Τα αντιπλημμυρικά έργα, η πολιτική προστασία και η θωράκιση απέναντι στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται μόνο μετά από κάθε έντονο καιρικό φαινόμενο.
Και, ασφαλώς, καμία πόλη δεν μπορεί να μιλά για το μέλλον της χωρίς να επενδύει στα σχολεία της. Οι ανακαινίσεις σχολικών μονάδων που πραγματοποιούνται πρέπει να συνεχιστούν και να επεκταθούν. Τα σχολεία της Θεσσαλονίκης χρειάζονται σύγχρονες αίθουσες, εργαστήρια, προσβάσιμες εγκαταστάσεις και αθλητικούς χώρους. Αυτά δεν είναι πολυτέλεια. Είναι βασική δημόσια υποδομή.
Το 2030 είναι αρκετά κοντά ώστε να μην επιτρέπει εύκολες υποσχέσεις. Και αρκετά μακριά ώστε να μας επιτρέπει να κάνουμε μεγάλες αλλαγές, εφόσον δουλέψουμε με σχέδιο, χρονοδιαγράμματα και συνεργασία.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη απέδειξε ότι τα μεγάλα έργα στη Θεσσαλονίκη μπορούν να ολοκληρώνονται. Τώρα πρέπει να κάνουμε το επόμενο βήμα: Να ενώσουμε τις υποδομές με την παραγωγή, τα πανεπιστήμια με την οικονομία και την ανάπτυξη με την καθημερινότητα των πολιτών.
Η Θεσσαλονίκη δεν ζητά ειδική μεταχείριση. Ζητά να αξιοποιήσει τις πραγματικές της δυνατότητες. Να γίνει μία πόλη πιο εύκολη για εκείνον που ζει εδώ, πιο ελκυστική για εκείνον που θέλει να επενδύσει και πιο ανοιχτή για εκείνον που έρχεται να σπουδάσει, να εργαστεί ή να δημιουργήσει.
Αυτό είναι το δικό μας σχέδιο για τη Θεσσαλονίκη του 2030. Μία πόλη που δεν περιμένει πια το μέλλον της. Το χτίζει.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 27.09.2026