Θεσσαλονίκη: «Ασήκωτο» λόγω ακρίβειας το καλάθι του νοικοκυριού (βίντεο)

Τι λέει το καταναλωτικό κοινό στη «ΜτΚ» για το «γολγοθά» στο σούπερ μάρκετ

Το εβδομαδιαίο «ραντεβού» με το σούπερ μάρκετ μετατρέπεται όλο και συχνότερα σε άσκηση υπομονής για τα νοικοκυριά. Οι τιμές στα βασικά αγαθά παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και το καλάθι του νοικοκυριού παραμένει μισογεμάτο, ενώ το πορτοφόλι αδειάζει. Καταναλωτές και καταναλώτριες περιγράφουν στη «ΜτΚ» μια καθημερινότητα όπου η ακρίβειακαθορίζει τις επιλογές τους, από τα τρόφιμα μέχρι τα είδη καθαριότητας.

«Οι τιμές είναι ιδιαίτερα ανεβασμένες τα τελευταία χρόνια, ειδικά σε σχέση με τον μισθό που έχουν οι Έλληνες αναλογικά με την υπόλοιπη Ευρώπη», αναφέρει στη «ΜτΚ» η Λίνα Μπαγιώκη, . Σύμφωνα με την ίδια, τα καθημερινά αγαθά που είναι απαραίτητα σε κάθε σπίτι, «έχουν πάρει την ανηφόρα». «Τα σούπερ μάρκετ νομίζουν ότι απευθύνονται σε κόσμο που ζει στο Λουξεμβούργο ή το Μονακό. Μία σακούλα κοστίζει 35 ευρώ», επισημαίνει ο Ζαφείρης Ρ.

Συνεχείς ανατιμήσεις

Για συνεχείς και απρόβλεπτες ανατιμήσεις κάνει λόγο η Δέσποινα Γιαννοπούλου, η οποία πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ δύο με τρεις φορές την εβδομάδα και, όπως λέει, ξοδεύει «το λιγότερο 200 ευρώ τον μήνα μόνο για τα τρόφιμα», προκειμένου να συντηρηθούν τέσσερα άτομα.

Αντίστοιχες δυσκολίες περιγράφει και η Μαρία Μοχωρίδου, η οποία μαγειρεύει για έξι άτομα. «Παρατηρείς κάθε μέρα διαφορετικές τιμές, δίνεις 50 ευρώ και δεν παίρνεις τίποτα». Η ίδια αναφέρει ότι κάνει εκτενή έρευνα αγοράς, επισκεπτόμενη καθημερινά τρία διαφορετικά καταστήματα στην περιοχή της, στην προσπάθειά της να περιορίσει τα έξοδα.

Την ανάγκη αυστηρού προγραμματισμού αναδεικνύει και η Ελένη Μυρωνίδου, σημειώνοντας ότι διαθέτει περίπου 70 ευρώ για δύο άτομα για τα εβδομαδιαία ψώνια. Παρότι η ίδια δίνει έμφαση στην ποιότητα και στα συστατικά των προϊόντων, παραδέχεται ότι δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα να διαθέτουν αυτό το ποσό για τις βασικές ανάγκες.

souper-market.jfif?v=0

Η υπόθεση «προσφορές»

Για πολλούς καταναλωτές, η αναζήτηση προσφορών αποτελεί πλέον βασική στρατηγική επιβίωσης, παρόλο που αρκετοί αντιμετωπίζουν τις προσφορές με δυσπιστία, θεωρώντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις είναι πλασματικές.

Η κ. Γιαννοπούλου, δηλώνει ότι «πάντα κυνηγάω προσφορές και πηγαίνω σε διαφορετικά σούπερ μάρκετ ακόμη κι αν χρειαστεί να μετακινηθώ προς το κέντρο της πόλης». «Έχω κάρτα με πόντους σε συγκεκριμένη αλυσίδα σουπερ μάρκετ για να βλέπω αν υπάρχουν προσφορές», λέει ο 31χρονος Αλκιβιάδης Θωίδης, επισημαίνοντας πως τα προγράμματα επιβράβευσης αποτελούν ένα επιπλέον εργαλείο εξοικονόμησης.

Ωστόσο, δεν λείπουν και οι καταγγελίες για παραπλανητικές πρακτικές στις λεγόμενες προσφορές. Η κ. Μοχωρίδου επισημαίνει ότι πολλές από αυτές δεν οδηγούν σε ουσιαστικό όφελος για τον καταναλωτή. Όπως αναφέρει, σε περιπτώσεις προσφορών τύπου «1+1», η τελική διαφορά στην τιμή είναι συχνά ελάχιστη, ενώ την ίδια στιγμή μειώνεται τόσο η ποσότητα όσο και η ποιότητα του προϊόντος, προκειμένου να εμφανιστεί χαμηλότερη τιμή.

Αντίστοιχη εικόνα περιγράφει και η κ. Μυρωνίδου, εστιάζοντας στα απορρυπαντικά και τα χαρτικά. Όπως τονίζει, οι προσφορές των επώνυμων εταιρειών, όταν υπολογιστούν με βάση την τιμή ανά κιλό ή τεμάχιο, παραμένουν ακριβές.

Η υγιεινή διατροφή

Ακόμη πιο δύσκολο γίνεται το εγχείρημα για όσους και όσες επιλέγουν μια ισορροπημένη και υγιεινή διατροφή. «Εξαιτίας της διατροφής και της προπόνησης χρειάζομαι σίγουρα πρωτεΐνη και το κρέας να έχει εκτοξευθεί σε σχέση με πέρσι», αναφέρει ο κ. Θωίδης. Όπως επισημαίνει, το αυξημένο κόστος δεν περιορίζεται μόνο στο κρέας. «Αλλά και οι σαλάτες, τα φρούτα, τα ζυμαρικά και τα ψωμιά έχουν πλέον υψηλό κόστος», τονίζει.

Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η άποψη του 21χρονου Γιάννη Χ., ο οποίος εξηγεί ότι «για όσους χρειάζονται πρωτεϊνικό πλεόνασμα είναι ιδιαίτερα δύσκολα τα πράγματα». Όπως λέει, προϊόντα όπως το γιαούρτι και τα αυγά έχουν καταγράψει σημαντικές αυξήσεις, καθιστώντας την υγιεινή διατροφή οικονομικά δυσπρόσιτη για πολλούς νέους.

Παράλληλα, αρκετοί καταναλωτές δηλώνουν ότι θα ήθελαν να στηρίξουν μικρά καταστήματα, τοπικά και βιολογικά προϊόντα και να ψωνίζουν περισσότερο από τη γειτονιά τους. Ωστόσο, το περιορισμένο εισόδημα και το συνολικό αυξημένο κόστος ζωής καθιστούν αυτή την επιλογή δύσκολη στην καθημερινότητα.

laiki.jfif

Εμπιστοσύνη στις λαϊκές αγορές

Παρά το αυξημένο κόστος ζωής, οι λαϊκές αγορές παραμένουν σημείο αναφοράς για πολλούς καταναλωτές. Οι τοπικοί παραγωγοί προσπαθούν να συγκρατήσουν τις τιμές και να προσφέρουν φρέσκα προϊόντα σε χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με τα σούπερ μάρκετ, διατηρώντας παράλληλα την ποιότητα.

«Προτιμώ τη λαϊκή. Πηγαίνω και σε δύο διαφορετικές, γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά στις τιμές σε σχέση με το σούπερ μάρκετ», αναφέρει η κ. Μοχωρίδου, δίνοντας παράδειγμα τα ντοματίνια, που κοστίζουν 2,5 ευρώ στη λαϊκή και 4,5 στο σούπερ μάρκετ.

Στην ποικιλία των προϊόντων αναφέρεται και η Παρασκευή Ατματζίδου: «Στη λαϊκή βρίσκω διάφορα είδη. Έτσι υπάρχει η δυνατότητα να επιλέξω ποιότητα και ποσότητα». Παρά το γεγονός ότι είναι συνταξιούχος και ζει με ακόμη ένα άτομο, το κόστος για τις αγορές της μόνο από την λαϊκή αγορά φτάνει περίπου τα 50 ευρώ.

Η Ελένη Πετρίδου, επίσης συνταξιούχος, σημειώνει ότι, παρότι οι παραγωγοί βιώνουν δυσκολίες και αυξάνουν τις τιμές, «η ποιότητα παραμένει υψηλή», ενώ επισημαίνει ότι προσπαθεί να στηρίζει και τοπικά κρεοπωλεία. Η κ. Μυρωνίδου τονίζει πως «στη λαϊκή τα προϊόντα είναι πάντα φρέσκα και ξέρουμε τους παραγωγούς», γεγονός που ενισχύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 25.01.2026

Loader