Θρήνος στην παγκόσμια τέχνη: Πέθανε σε ηλικία 97 ετών η θρυλική Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα Γιαγιόι Κουσάμα

Η θυελλώδης ζωή, οι παραισθήσεις και η παγκόσμια καταξίωση της «βασίλισσας» της τέχνης

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

- Newsroom

Σε ηλικία 97 ετών έφυγε από τη ζωή η εμβληματική Ιαπωνίδα πρωτοπόρος καλλιτέχνιδα Γιαγιόι Κουσάμα, η οποία μετέτρεψε τις παιδικές της παραισθήσεις σε παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο. Η είδηση του θανάτου της επιβεβαιώθηκε επίσημα από την εταιρεία της, η οποία ανακοίνωσε ότι η Κουσάμα απεβίωσε στις 14 Αυγούστου 2026 σε νοσοκομείο του Τόκιο.

«Καθ’ όλη τη διάρκεια μιας εξαιρετικής ζωής, αφιερωμένης εξ ολοκλήρου στην καλλιτεχνική δημιουργία, η Κουσάμα διέγραψε μια διεθνώς αναγνωρισμένη καριέρα», αναφέρει η ανακοίνωση, υπογραμμίζοντας ότι η σπουδαία δημιουργός «δεν άφησε ποτέ το πινέλο της», συνεχίζοντας να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες της στιγμές και εξερευνώντας την αιώνια αγάπη και την ψυχή.

Από την αγροτική Ιαπωνία στην «επίγεια κόλαση» της Νέας Υόρκης

Γεννημένη το 1929 στο Ματσουμότο, η Κουσάμα μεγάλωσε σε μια συντηρητική οικογένεια που κατέστρεφε τα σχέδιά της, καθώς οι γονείς της θεωρούσαν την τέχνη ντροπή. Από μικρή ηλικία, βίωνε οράματα και παραισθήσεις με βιολέτες που «μιλούσαν», φώτα και επαναλαμβανόμενες κουκκίδες - στοιχεία που έμελλε να σημαδέψουν το έργο της.

Το 1957, ανυπόμονη να ξεφύγει από τον ασφυκτικό χαρακτήρα της πατρίδας της, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Η αρχή ήταν μια «επίγεια κόλαση»: όπως περιγράφει η ίδια στην αυτοβιογραφία της, κοιμόταν πάνω σε μια πόρτα που βρήκε στον δρόμο, έτρωγε από τα σκουπίδια ενός ιχθυοπωλείου και ζωγράφιζε όλη τη νύχτα για να ζεσταθεί αφού δεν είχε θέρμανση.

Παράλληλα, αντιμετώπισε τεράστιες προκαταλήψεις σε μια ανδροκρατούμενη και ρατσιστική καλλιτεχνική σκηνή. Όπως σημείωναν φίλοι και ειδικοί, καμία μεγάλη γκαλερί δεν τη φιλοξενούσε επειδή ήταν γυναίκα και Γιαπωνέζα, ενώ η ίδια πίστευε ότι άντρες συνάδελφοί της -συμπεριλαμβανομένου του Άντι Γουόρχολ- αντέγραφαν τις ιδέες της. Οι εντάσεις αυτές, σε συνδυασμό με τη μάχη της με τη ψυχική ασθένεια, την οδήγησαν κάποτε σε απόπειρα αυτοκτονίας, πηδώντας από παράθυρο (επιζώντας ευτυχώς πέφτοντας σε ποδήλατο).

Η αναγνώριση, τα «Infinity Mirror Rooms» και οι κολοκύθες

Παρά τα εμπόδια, η Κουσάμα άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα. Το 1965 παρουσίασε το πρώτο της Infinity Mirror Rooms, δημιουργώντας με καθρέφτες και φώτα την ψευδαίσθηση ατελείωτων χώρων που σήμερα προσελκύουν εκατομμύρια επισκέπτες. Στα τέλη της δεκαετίας του '60 διοργάνωσε γυμνά happenings και διαμαρτυρίες κατά του πολέμου του Βιετνάμ, ενώ σταδιακά τα έργα της με τις βούλες και τις εμβληματικές κολοκύθες –που συμβόλιζαν για εκείνη την ηρεμία και τη σταθερότητα– έγιναν περιζήτητα.

Το 1993 έγινε η πρώτη Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα που εκπροσώπησε τη χώρα της στην Μπιενάλε της Βενετίας, γνωρίζοντας έκτοτε θριαμβευτική παγκόσμια αποθέωση. Πίνακες και έργα της πωλούνται πλέον για εκατομμύρια δολάρια, ενώ τα τελευταία χρόνια συνεργάστηκε με κορυφαίους οίκους μόδας, όπως η Louis Vuitton.

Η εθελοντική νοσηλεία και η τέχνη ως λύτρωση

Παρά την τεράστια φήμη της και το γεγονός ότι έγινε παγκόσμιο πολιτιστικό σύμβολο στα 80 και τα 90 της χρόνια, η Κουσάμα επέστρεψε στην Ιαπωνία το 1973 και από το 1977 ζούσε εθελοντικά σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Τόκιο, μεταβαίνοντας καθημερινά στο κοντινό της εργαστήριο. 

Φορώντας πάντα την κατακόκκινη περούκα της, είχε παραδεχτεί ανοιχτά πως η τέχνης της ήταν το μόνο πράγμα που την κράτησε στη ζωή: «Αυτό που με εμπόδισε να δώσω τέλος στη ζωή μου ήταν το σχέδιο και η δημιουργία τέχνης. Αυτό δεν άλλαξε ποτέ».

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA