Το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης

Όπως αναφέραμε σε προηγούμενη αρθρογραφία μας, η συγχώνευση, ως μορφή εταιρικού μετασχηματισμού, αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την υλοποίηση της οικονομικής, φορολογικής και αναπτυξιακής πολιτικής των εταιρειών. Η διαδικασία της συγχώνευσης δεν περιορίζεται σε μία μεμονωμένη εταιρική απόφαση, αλλά συντίθεται από σειρά διακριτών σταδίων. Κεντρικό ρόλο στη διαδικασία αυτή καταλαμβάνει το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης, στο οποίο αποτυπώνονται οι βασικοί όροι της συγχώνευσης.

Το (ελάχιστο) περιεχόμενο του σχεδίου

Το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό οργανωμένο βήμα της διαδικασίας μετά την απόφαση εκκίνησής της. Η σύνταξή του ανήκει αποκλειστικά στα αρμόδια διοικητικά όργανα των συμμετεχουσών εταιρειών και λειτουργεί ως κοινό κείμενο αναφοράς για όλα τα μέρη. Για τη διοίκηση και τους συμβούλους μιας επιχείρησης, η σημασία του είναι πρακτική και όχι μόνο τυπική: στο σχέδιο συγκεντρώνονται οι βασικές νομικές, οικονομικές και οργανωτικές παραδοχές πάνω στις οποίες θα προχωρήσει ο μετασχηματισμός.

Ο νόμος καθορίζει το ελάχιστο περιεχόμενό του. Κατ’ αρχάς, πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα στοιχεία ταυτότητας των εταιρειών που συμμετέχουν: νομική μορφή, επωνυμία, έδρα και αριθμός Γ.Ε.ΜΗ. Η απαίτηση αυτή έχει προφανή πρακτική αξία, διότι αποτρέπει ασάφειες ως προς το ποια εταιρικά σχήματα μετέχουν στη συναλλαγή και με ποια ιδιότητα. Σε περίπτωση σύστασης νέας εταιρείας, η νέα οντότητα δεν διαθέτει ακόμη αριθμό Γ.Ε.ΜΗ., συνεπώς το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να περιληφθεί από το στάδιο του σχεδίου.

Κεντρική θέση στο σχέδιο καταλαμβάνει η σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών. Πρόκειται για το σημείο όπου αποτυπώνεται η οικονομική ισορροπία της συγχώνευσης και, σε πρακτικό επίπεδο, το πώς θα κατανεμηθεί η συμμετοχή στην εταιρεία που θα προκύψει ή θα παραμείνει μετά τον μετασχηματισμό. Η σχέση ανταλλαγής δεν είναι απλώς τεχνικό μέγεθος. Συνδέεται με την αποτίμηση των εταιρειών, με την καθαρή θέση, με την αναμενόμενη συμβολή καθεμίας στη νέα επιχειρηματική δομή, αλλά και με τις μελλοντικές προοπτικές της ενιαίας δραστηριότητας. Για το business κοινό, αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο του σχεδίου, επειδή επηρεάζει άμεσα τη συμμετοχή, τον έλεγχο, την οικονομική απόδοση και τελικά την αποδοχή της συναλλαγής από τους μετόχους ή εταίρους.

Αν δεν πραγματοποιείται αύξηση κεφαλαίου και δεν εκδίδονται νέες συμμετοχές προς ανταλλαγή, το σχέδιο οφείλει να προσδιορίζει τον τρόπο διάθεσης των συμμετοχών στην απορροφώσα. Η πρόβλεψη αυτή έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία σε πιο σύνθετες εταιρικές δομές, όπου η επιχειρηματική συμφωνία δεν εξαντλείται σε μια απλή έκδοση νέων τίτλων αλλά απαιτεί ειδικό μηχανισμό κατανομής.

Το σχέδιο πρέπει επίσης να καθορίζει, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, την ημερομηνία από την οποία οι συμμετοχές που θα αποκτήσουν οι μέτοχοι ή εταίροι της απορροφώμενης παρέχουν δικαίωμα στα κέρδη της απορροφώσας, καθώς και την ημερομηνία από την οποία οι πράξεις της απορροφώμενης θεωρούνται ότι διενεργούνται για λογαριασμό της απορροφώσας. Στο επιχειρηματικό επίπεδο, τα σημεία αυτά είναι κρίσιμα για το οικονομικό cutoff της συναλλαγής: από ποιο χρονικό σημείο μετρούν αποτελέσματα, υποχρεώσεις και λογιστικές ή φορολογικές συνέπειες. Η σαφής πρόβλεψή τους μειώνει τον κίνδυνο αμφισβητήσεων και βοηθά στον καλύτερο σχεδιασμό της μετάβασης.

Εφόσον υπάρχουν ειδικά δικαιώματα υπέρ ορισμένων κατηγοριών μετόχων, εταίρων ή άλλων δικαιούχων, το σχέδιο πρέπει να τα αντιμετωπίζει ρητά. Αυτό αφορά, για παράδειγμα, περιουσιακά ή διοικητικά προνόμια, αλλά και δικαιώματα που απορρέουν από άλλους τίτλους ή σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα. Για τις επιχειρήσεις, η διάσταση αυτή είναι ουσιώδης, διότι τυχόν παράλειψη ή ατελής πρόβλεψη μπορεί να προκαλέσει ενστάσεις, διαπραγματευτική πίεση ή και καθυστερήσεις σε προχωρημένο στάδιο.

Ανάλογη πρόβλεψη απαιτείται και για τυχόν ιδιαίτερα πλεονεκτήματα που παρέχονται σε εμπειρογνώμονες, μέλη διοίκησης, διαχειριστές ή εσωτερικούς ελεγκτές. Από επιχειρηματική σκοπιά, η σχετική διαφάνεια είναι καίρια. Δεν πρόκειται μόνο για νομική συμμόρφωση, αλλά και για παράγοντα εταιρικής διακυβέρνησης, καθώς περιορίζει μελλοντικές αμφισβητήσεις ως προς κίνητρα, συγκρούσεις συμφερόντων και όρους συμμετοχής προσώπων-κλειδιών στη διαδικασία.

Σε περίπτωση σύστασης νέας εταιρείας, στο σχέδιο θα πρέπει να ενσωματώνεται και το πλήρες περιεχόμενο της εταιρικής σύμβασης ή του καταστατικού της. Εδώ το σχέδιο λειτουργεί ουσιαστικά και ως γέφυρα προς την επόμενη ημέρα του νέου σχήματος, αφού περιέχει όχι μόνο τους όρους του μετασχηματισμού αλλά και τα βασικά στοιχεία λειτουργίας της νέας εταιρικής οργάνωσης.

Πρόσθετο περιεχόμενο

Πέρα από το υποχρεωτικό περιεχόμενο, το σχέδιο μπορεί να περιλαμβάνει και πρόσθετους όρους με έντονη πρακτική αξία. Σε αυτούς συγκαταλέγονται προθεσμίες, αιρέσεις, όροι υπαναχώρησης, ρυθμίσεις για την κατανομή εξόδων, ρήτρες ευθύνης, αποζημιωτικοί μηχανισμοί, ρήτρες ουσιώδους δυσμενούς μεταβολής, ακόμη και ειδικές φορολογικές προβλέψεις. Σε επιχειρηματικούς όρους, εδώ αποτυπώνεται η κατανομή ρίσκου μεταξύ των μερών. Όσο πιο σύνθετη ή οικονομικά σημαντική είναι η συγχώνευση, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η σωστή δομή αυτών των πρόσθετων όρων.

Έννομες συνέπειες

Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει ότι το σχέδιο καθίσταται αμέσως οριστικό και δεσμευτικό για όλα τα μέρη πριν από τις αναγκαίες εταιρικές εγκρίσεις. Ωστόσο, ήδη από την κατάρτισή του ανακύπτουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τα διοικητικά όργανα: να το υποβάλουν στις απαιτούμενες διατυπώσεις δημοσιότητας, να υποστηρίξουν θεσμικά τη διαδικασία και να ενεργούν με γνώμονα το εταιρικό συμφέρον. Αν αλλάξουν ουσιωδώς οι συνθήκες, τα όργανα καλούνται να επαναξιολογήσουν τη σκοπιμότητα της συναλλαγής και να τοποθετηθούν επί της συνέχισης ή της αναδιαπραγμάτευσής της.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι διατυπώσεις δημοσιότητας. Το σχέδιο καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύεται εγκαίρως, ώστε εταίροι, πιστωτές και αγορά να αποκτήσουν επαρκή γνώση της επικείμενης πράξης. Για τις επιχειρήσεις, αυτό δεν είναι μια απλή γραφειοκρατική φάση. Η έγκαιρη και ορθή δημοσιότητα επηρεάζει τη νομική ασφάλεια της συναλλαγής και περιορίζει τον κίνδυνο μελλοντικών αμφισβητήσεων. Αντίθετα, πλημμέλειες στη δημοσιότητα μπορούν να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις, επαναλήψεις εταιρικών ενεργειών και, σε ακραίες περιπτώσεις, σε αμφισβήτηση της εγκυρότητας των σχετικών αποφάσεων.

Ελαττώματα του σχεδίου

Τέλος, δεν πρέπει να υποτιμάται το ενδεχόμενο ελαττωμάτων του σχεδίου. Όταν αυτά είναι ουσιώδη, είναι δυνατό να επηρεάσουν σοβαρά την εξέλιξη του μετασχηματισμού. Ακόμη και όταν δεν οδηγούν σε πλήρη ανατροπή της διαδικασίας, ενδέχεται να προκαλέσουν κόστος, καθυστέρηση, ανάγκη διορθωτικών κινήσεων και ευθύνη προσώπων που είχαν αναλάβει τον σχεδιασμό ή την έγκρισή του. Για τον λόγο αυτό, το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τυπικό εταιρικό έγγραφο, αλλά ως κρίσιμο εργαλείο στρατηγικής, συμμόρφωσης και διαχείρισης κινδύνου.

Η κατάρτιση του Σχεδίου Σύμβασης Συγχώνευσης συνιστά ένα από τα κρισιμότερα στάδια της διαδικασίας συγχώνευσης. Τούτο οφείλεται όχι μόνο στο ότι το σχέδιο πρέπει να φέρει το ελάχιστο, κατά νόμο, περιεχόμενο, αλλά και στο ότι ήδη από τη σύνταξή του ανακύπτουν σημαντικές έννομες συνέπειες και ειδικές υποχρεώσεις για τα όργανα διοίκησης των εμπλεκόμενων νομικών προσώπων. Παράλληλα, τυχόν πλημμέλειές του είναι δυνατό να επιφέρουν ουσιώδεις καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση του μετασχηματισμού και να αναδείξουν ζητήματα ευθύνης σε επίπεδο φυσικών προσώπων. Ιδιαίτερη σημασία έχει, τέλος, και η υποχρέωση των διοικητικών οργάνων να συντάξουν τη δική τους λεπτομερή γραπτή έκθεση, στην οποία θα επανέλθουμε σε επόμενη αρθρογραφία μας.

Σημ.1: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).:

Σημ.2: Σε πλήρη μορφή το άρθρο Το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης

ESPA