Tsimiski? Της Σύνθιας Σάπικα

Εάν θέλουμε ποιότητα στους τουρίστες πρέπει να έχουμε ποιότητα ως οικοδεσπότες

Περπατώντας το πρωί από το κέντρο προς τη Λεωφόρο Στρατού με σταμάτησε μία παρέα τουριστών. «Do you speak english?», η ερώτηση. Βγάζω τα ακουστικά, κλείνω το τηλέφωνο με την κόρη μου και απαντάω of course, ελαφρώς προσβεβλημένη.

Έχω ορκιστεί εσωτερικά ότι σε τουρίστα δεν αρνούμαστε ποτέ βοήθεια, ούτε πληροφορία, ούτε τσιγκουνευόμαστε στην ευγένεια. Αυτό είναι η εξωστρέφειά μας, αυτό είναι οι δημόσιες σχέσεις μας, αυτό είναι η διεθνής καριέρα της πόλης μας. Εάν θέλουμε ποιότητα στους τουρίστες πρέπει να έχουμε ποιότητα ως οικοδεσπότες. Και όχι μόνο να τη διαθέτουμε, αλλά και να την αποδεικνύουμε και να την επιδεικνύουμε με κάθε ευκαιρία.

«Tsimiski?», με ρωτάνε με απόγνωση. Τους ρωτάω τι θέλουν να κάνουν εκεί. «Shopping», μου λένε. Τους ρωτάω από πού είναι και μου λένε από το Ισραήλ. Είναι δύο ζευγάρια και μία μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα. Μου λέει «μιλάω λίγο ελληνικά, αλλά τα έχω ξεχάσει δεν έχω με ποιον να τα μιλήσω. Συγκινείται, συγκινούμαι, τους λέω να πάνε και Μητροπόλεως και Προξένου Κορομηλά για shopping. Με ρωτάνε εστιατόρια, τους λέω τρία ονόματα που μου έρχονται πρώτα στο μυαλό, ένα πολύ φτηνό, ένα μεσαίο ένα πολύ ακριβό.

Σκέφτομαι ότι πρέπει να κάτσω να γράψω τον δικό μου οδηγό της πόλης, ένα κειμενάκι με 5 σημεία και 5 εστιατόρια και 5 αξιοθέατα που πρέπει κανείς οπωσδήποτε να δει. Συνέχεια το λέω και ποτέ δεν το κάνω. Και αρχίζω να αναρωτιέμαι τι θα πρότεινα.

Αρχαιολογικό, Βυζαντινό, Μονή Λαζαριστών και Momus σίγουρα. Ροτόντα και Λευκό Πύργο, σίγουρα. Άνω πόλη και Λιμάνι και Νέα Παραλία για βόλτα, σίγουρα. Από ’δω και πέρα και το Μπέη Χαμάμ και το ανακαινισμένο Μουσείο του Μετρό στο στρατόπεδο Παύλου Μελά. Αλατζά Ιμαρέτ και Γενί Τζαμί.

Θα τους έλεγα να περπατήσουν στα παλιατζίδικα, στα Λαδάδικα, στην Βαλαωρίτου, στα συμμαχικά κοιμητήρια και στο εβραϊκό Μουσείο. Στη γειτονιά του φραγκομαχαλά να δούνε την κρήνη στο Κρατικό Ωδείο. Και σίγουρα στο Καπάνι και στην Αντιγονιδών να ανακαλύψουν μόνες και μόνοι τους τα διατηρητέα κτίρια. Τέλος, στα ανάκτορα του Γαλερίου και φυσικά σε όλες τις βυζαντινές εκκλησίες.

Και με αυτά συνειδητοποιώ πως τελικά η Θεσσαλονίκη έχει άπειρα πράγματα να δει κανείς, και πως ούτε εμείς δεν τα ξέρουμε. Και ότι ίσως, μία καλή ιδέα θα ήταν να γίνουμε τουρίστες στην πόλη μας. Θα μαθαίναμε πολύ περισσότερα για την ιστορία της και ίσως θα την σεβόμασταν πιο πολύ.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 28.06.2026

ESPA