- Newsroom
Η προωθούμενη νέα έκτακτη ρύθμιση των 72 δόσεων για τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία έρχεται σε μια συγκυρία που τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν συνεχή διόγκωση της φορολογικής οφειλής, θέτοντας εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητά της.
Το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο διαμορφώθηκε στα 114,5 δισ. ευρώ στο τέλος του πρώτου διμήνου του 2026, καταγράφοντας νέα αύξηση, ενώ τα «φρέσκα» χρέη μόνο στο δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου ανήλθαν σε 2,136 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 8,98% σε ετήσια βάση. Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με φορολογικούς αναλυτές, αποτυπώνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά απλώς τις διαθέσιμες ρυθμίσεις, αλλά κυρίως τις οικονομικές αντοχές νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Πίεση στα νοικοκυριά και νέα «βουνά» χρεών
Η αδυναμία εμπρόθεσμης πληρωμής των υποχρεώσεων αποτυπώνεται και στη μηνιαία εικόνα: μόνο τον Ιανουάριο δημιουργήθηκαν νέες οφειλές ύψους 931 εκατ. ευρώ (+27,36%), ενώ τον Φεβρουάριο προστέθηκαν ακόμη 1,19 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, οι οφειλέτες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας τα 3.681.752 φυσικά και νομικά πρόσωπα, με οριακή αποκλιμάκωση.
Παράλληλα, τα ανεπίδεκτα είσπραξης χρέη αυξάνονται και αγγίζουν τα 35,1 δισ. ευρώ, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω το πραγματικό πεδίο ανάκτησης.
Το στοίχημα των 72 δόσεων
Η νέα ρύθμιση, που αφορά χρέη βεβαιωμένα έως 31 Δεκεμβρίου 2023, φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης» για παλαιές οφειλές. Ωστόσο, συνοδεύεται από αυστηρούς όρους, καθώς απαιτείται προηγουμένως η τακτοποίηση όλων των νεότερων χρεών από το 2024 και μετά, είτε με εξόφληση είτε μέσω της πάγιας ρύθμισης των 24–48 δόσεων.
Επιπλέον, δεν προβλέπεται «κούρεμα» οφειλής, ενώ το επιτόκιο φθάνει το 5,84%, στοιχείο που μειώνει τη βιωσιμότητα για μέρος των οφειλετών, ειδικά όσους ήδη βρίσκονται σε οριακή οικονομική κατάσταση.
Περιορισμένη αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, από τα περίπου 80 δισ. ευρώ που θεωρητικά είναι εισπράξιμα, μόλις το 6,65% (5,26 δισ. ευρώ) βρίσκεται σήμερα σε ρύθμιση, γεγονός που αναδεικνύει το διαχρονικό πρόβλημα χαμηλής συμμετοχής.
Τα υψηλότερα ποσοστά ρυθμίσεων εντοπίζονται σε οφειλές μεσαίου ύψους, κυρίως μεταξύ 10.000 και 100.000 ευρώ, όπου φτάνουν έως και το 18%-19%, ενώ αντίθετα πολύ χαμηλή είναι η συμμετοχή τόσο στα μικρά ποσά όσο και στα ιδιαίτερα υψηλά χρέη.
Ο προβληματισμός στο οικονομικό επιτελείο
Στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΥΠΕΘΟ) επικρατεί προβληματισμός για το κατά πόσο η νέα ρύθμιση θα αποφύγει την τύχη προηγούμενων «έκτακτων» σχημάτων που δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορά λίγους μεγάλους οφειλέτες, κυρίως επιχειρήσεις, ενώ η συνολική εικόνα επιβαρύνεται από τη συνεχή δημιουργία νέων χρεών.
Την ίδια ώρα, οι ευρωπαϊκές συστάσεις για ενίσχυση της φορολογικής συνέπειας και διατήρηση σταθερής «κουλτούρας πληρωμών» παραμένουν στο προσκήνιο, περιορίζοντας τα περιθώρια χαλάρωσης των όρων.
Το βασικό ζητούμενο, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, δεν είναι μόνο η ένταξη όσο το δυνατόν περισσότερων οφειλετών στη ρύθμιση, αλλά κυρίως η διασφάλιση ότι αυτή θα είναι βιώσιμη και μακροπρόθεσμα αποτελεσματική, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης οικονομικής πίεσης.
Με πληροφορίες από ΕΡΤ