- Newsroom
Επένδυση στους ανθρώπους, βαθύτερη αξιοποίηση των δεδομένων και στροφή σε πιο προηγμένες τεχνολογίες: αυτά είναι τα «κλειδιά» που θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα για τον κλάδο των logistics στην Ελλάδα. Παρότι ο χώρος έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα και αναγνωρίζει τη σημασία της τεχνολογίας, εξακολουθεί να βρίσκεται στη μέση της διαδρομής.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της έρευνας της Ελληνικής Εταιρείας Logistics Βορείου Ελλάδας, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος (ΔΙΠΑΕ), με τίτλο «3PL Επιχειρήσεις και Ψηφιακός Μετασχηματισμός». Η μελέτη χαρτογραφεί το επίπεδο ψηφιακής ωριμότητας και τις τεχνολογικές ανάγκες των ελληνικών επιχειρήσεων logistics, αποτυπώνοντας μια εικόνα με σαφείς προόδους, αλλά και σημαντικά κενά.
Μέρος των αποτελεσμάτων παρουσιάστηκε στο φετινό Money Show, ενώ η πλήρης εικόνα αναμένεται μετά τα μέσα Απριλίου. «Η έρευνα στέλνει ένα καθαρό μήνυμα: ο κλάδος των logistics στην Ελλάδα έχει μπει πλέον στην ψηφιακή εποχή, αλλά δεν έχει φτάσει ακόμη στο επίπεδο ωριμότητας που απαιτεί ο διεθνής ανταγωνισμός», επισημαίνει ο πρόεδρος της EELBE, Δημήτρης Τσιτσάμης.
Ένας ώριμος κλάδος με ισχυρή βάση
Οι επιχειρήσεις 3PL (Third-Party Logistics) που συμμετείχαν στην έρευνα, στην πλειονότητά τους διαθέτουν πολυετή εμπειρία, με το 80% να δραστηριοποιείται πάνω από 10 χρόνια - ενώ εμφανίζουν και ισχυρή οικονομική παρουσία, καθώς το 90% καταγράφει κύκλο εργασιών άνω των 500.000 ευρώ.
Η δραστηριότητά τους εκτείνεται τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, με το 60% να έχει παρουσία σε εγχώρια και διεθνή αγορά. Παράλληλα, διαθέτουν οργανωμένες υποδομές, αν και με σημαντικές διαφοροποιήσεις: το 30% λειτουργεί σε μικρές εγκαταστάσεις κάτω των 4.000 τ.μ., το 40% σε μεσαίες επιφάνειες 10.000-20.000 τ.μ., ενώ το 20% διαθέτει πολύ μεγάλες εγκαταστάσεις άνω των 20.000 τ.μ.
Την ίδια στιγμή, ο ιδιόκτητος στόλος παραμένει περιορισμένος για την πλειονότητα των επιχειρήσεων: το 60% διαθέτει έως 10 οχήματα, το 20% πάνω από 20, ενώ ένα ακόμη 20% δεν διαθέτει καθόλου ιδιόκτητο στόλο.
Πίεση στην καθημερινή λειτουργία
Παρά την ωριμότητα του κλάδου, η καθημερινότητα είναι απαιτητική και όπως προκύπτει από την έρευνα, οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ελλείψεις προσωπικού, κυρίως σε χειριστές πεδίου (οδηγούς και χειριστές κλαρκ) και εξειδικευμένους υπαλλήλους για λογισμικά και δρομολόγηση, αλλά και με ανάγκες σε πιο εξειδικευμένους ρόλους, όπως αναλυτές δεδομένων, τεχνικούς συντήρησης, προσωπικό ρομποτικής και εξωτερικούς συνεργάτες για τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Οι πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, η παλαιότητα του στόλου, τα κενά σε λογισμικά και οι περιορισμοί στους αποθηκευτικούς χώρους εντείνουν ακόμη περισσότερο το επιχειρησιακό βάρος.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός ως μονόδρομος
Στο πλαίσιο αυτό, ο ψηφιακός μετασχηματισμός αναδεικνύεται σε βασικό μοχλό εξέλιξης, με το 80% των επιχειρήσεων τον θεωρεί κρίσιμο, με επενδύσεις να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη ή να σχεδιάζονται.
Πάντως, ο κλάδος έχει ήδη περάσει το πρώτο στάδιο της ψηφιοποίησης με το 95% να χρησιμοποιεί ERP, το 42% WMS, το 18% CRM, το 16% OMS, το 12% APS και το 10% TMS. Παράλληλα, η χρήση barcodes και QR codes έχει καθιερωθεί, ενώ περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις αξιοποιούν λύσεις cloud.
Την ίδια στιγμή, ενισχύεται και η αξιοποίηση των δεδομένων, με ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις να βασίζουν τις αποφάσεις τους σε πληροφοριακά συστήματα, σηματοδοτώντας τη μετάβαση σε μια πιο data-driven λειτουργία.
Τα εμπόδια και το μεγάλο «κενό»
Παρά την πρόοδο, τα εμπόδια παραμένουν σημαντικά. Η έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων (68%), το υψηλό κόστος επενδύσεων (64%), τα παλαιά και μη διασυνδεδεμένα συστήματα (51%) και οι κίνδυνοι κυβερνοασφάλειας (51%) αποτελούν τους βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες. Ακολουθούν η αντίσταση στην αλλαγή και οι ανεπαρκείς υποδομές (45%), καθώς και η έλλειψη στρατηγικής (38%).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος της πολιτείας με το 92% των επιχειρήσεων να θεωρεί απαραίτητη την παροχή χρηματοδοτικών εργαλείων, ενώ το 60% εκτιμά ότι δεν υπάρχει επαρκής ενημέρωση για τα διαθέσιμα προγράμματα. Ήδη, το 40% έχει συμμετάσχει σε επιδοτούμενα ή ερευνητικά έργα.
Το πιο κρίσιμο ζήτημα παραμένει το ανθρώπινο δυναμικό, καθώς, παρότι το 70% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι επενδύει στην εκπαίδευση, αυτή είναι συνήθως περιορισμένης διάρκειας. Ως αποτέλεσμα, η τεχνολογία εξελίσσεται ταχύτερα από τις δεξιότητες, δημιουργώντας ένα εμφανές κενό.
Παράλληλα, αναδεικνύεται και μια νέα διάσταση που αφορά τη βιωσιμότητα και οι επιχειρήσεις πλέον έχουν ξεκινήσει να συνδέουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό όχι μόνο με την αποδοτικότητα και το κόστος, αλλά και με τη βελτίωση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών τους επιδόσεων.