Γιάννης Παλαμιώτης: Η... θεατροπληξία ενός πρώην ηθοποιού

Ένα βιβλίο με παράπονα και ιστορίες από μία ζωή μέσα στα θέατρα, πάνω και κάτω από την σκηνή

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

Ο Γιάννης Παλαμιώτης πάσχει από… θεατροπληξία: Πέρασε όλη του τη ζωή μέσα στο θέατρο, αναπνέει και ζει από αυτό, το λατρεύει και το μισεί ταυτόχρονα. Όνειρο της ζωής του ήταν να γίνει ηθοποιός, στόχο που πέτυχε πολύ νωρίς μέχρι που ο ίδιος «πυροβόλησε τα πόδια του» και κατέληξε οδηγός σκηνής. Ένα ανυπέρβλητο άγχος ότι θα ξεχάσει τα λόγια τον έκανε να μετακινηθεί στα μετόπισθεν της σκηνής του ΚΘΒΕ όπου και παρέμεινε για πάνω από 30 χρόνια. Βέβαια, στα 10 και κάτι χρόνια που άσκησε το επάγγελμα της υποκριτικής, αυτό δεν συνέβη ούτε μία φορά. Παρόλ’ αυτά, ο ίδιος ένιωθε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει την σκηνή. Τώρα, στη σύνταξη, κυκλοφόρησε το τρίτο του βιβλίο με τίτλο «Θεατροπληξία» στο οποίο καταθέτει τη δική του εμπειρία από το θέατρο, τα παράπονά του και όσα κατά την γνώμη του πρέπει να αλλάξουν. Άλλοι θα τον πουν κακόγλωσσο, άλλοι εκδικητικό, άλλοι παραπονεμένο, ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται για κανέναν από τους παραπάνω χαρακτηρισμούς. Ήταν κάτι που ένιωθε ότι όφειλε στον εαυτό του.

Ο Γιάννης Παλαμιώτης δεν δηλώνει συγγραφέας, ούτε αξιώνει να καταταχθεί σε αυτή τη λίστα. Όπως εξηγεί μιλώντας στη «ΜτΚ», θεώρησε ότι αυτά που έγραψε στο βιβλίο έπρεπε να τα πει αλλά και να μην τα πει, γιατί, εν αντιθέσει με τα δύο πρώτα βιβλία -«Το Πάρκο» (1981) που ήταν η ανίχνευση του ερωτικού πεδίου στα νιάτα του και τη «Μητροκτονία» το 1996 όπου μίλησε για την οικογένειά του-, αυτό δεν ήταν ένα θέμα που αφορούσε μόνο τον ίδιο. «Ήταν το βιβλίο που με ταλαιπώρησε πιο πολύ από τα τρία γιατί έπρεπε να συμπεριλάβω όλη την πορεία μου στο θέατρο, από φοιτητής της δραματικής σχολής της Ρούλας Πατεράκη, μέχρι τους θιάσους στην Αθήνα, και ξανά πίσω στη Θεσσαλονίκη και την Πειραματική Σκηνή».

Η απόφασή του να κατέβει από την σκηνή οριστικοποιήθηκε στις αρχές του ’90, όταν συνειδητοποίησε ότι εκεί πάνω δυστυχούσε αντί να ευτυχεί. «Πάθαινα πανικό όταν υπήρχε κόσμος από κάτω με εισιτήριο. Υπάρχουν χιλιάδες ερμηνείες γιατί μπορεί να μου συνέβη αυτό αλλά δεν το έψαξα ποτέ ψυχαναλυτικά. Συμπέρασμα μέχρι σήμερα δεν έβγαλα». Μάλιστα, όπως εξομολογείται, τον πρώτο καιρό που ήταν κάτω από τη σκηνή έβγαινε από την αίθουσα λίγο πριν το τέλος για να μην ακούει το χειροκρότημα. Μετά συμφιλιώθηκε.

Σήμερα λέει πως εν μέρει το μετάνιωσε αλλά ακόμη νιώθει ότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. «Προσπάθησα αλλά δεν γινόταν να επιμείνω παραπάνω, ήταν μεγάλο το ψυχολογικό κόστος. Αποφάσισα έτσι να γίνω υποβολέας για να πάρω… εκδίκηση, δηλαδή να είναι οι άλλοι εξαρτημένοι από μένα στον λόγο. Γρήγορα καταργήθηκε αυτή η ειδικότητα από το ΚΘΒΕ και έγινα οδηγός σκηνής για όλα τα υπόλοιπα χρόνια».

Τα κεφάλαια του βιβλίου αφορούν τα όσα είδε και έζησε εκεί μέσα. Ο ίδιος διευκρινίζει πως δεν είναι βιωματικό το υλικό καθώς υπάρχουν ακόμα και δοκιμικιακής φύσης αποσπάσματα. «Ουσιαστικά εξηγώ τους λόγους για τους οποίους ήμουν απογοητευμένος από το θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Συγκεκριμένα πιστεύω ότι δεν του δίνεται αξία εδώ γιατί η πόλη δεν ευνοεί το θέατρο. Εξάλλου το ΚΘΒΕ καλύπτει τα πάντα σε επίπεδο ποσότητας».

Όπως περιγράφει, «κάποτε υπήρχε στη Θεσσαλονίκη και το ομαδικό πνεύμα στη σκηνοθεσία καθώς και τα προσωποπαγή σχήματα, δύο άκρα τα οποία ωστόσο έβγαζαν πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές. Σήμερα, η χρηματοδότηση, όση είναι, πάει στο ΚΘΒΕ το οποίο έχει τρεις τεράστιους χώρους που το αναγκάζουν να κάνει και αντίστοιχες παραστάσεις δηλαδή που θα γεμίζουν τα θέατρα, και συνεπώς δεν μπορεί να ρισκάρει και πολύ με πειραματικά έργα ή σκηνοθέτες. Έτσι καταλήγει να κάνει συνήθως ασφαλείς επιλογές. Πολλοί άξιοι έφυγαν από την πόλη που δεν τους αναγνώρισε, ενώ όσο έμψυχο δυναμικό έμεινε στη Θεσσαλονίκη θέλει να μπει στο ΚΘΒΕ. Βασικός παράγοντας γι’ αυτήν την ‘στασιμότητα’ είναι επίσης ότι στη Θεσσαλονίκη δεν γράφονται πολλά πράγματα για το θέατρο και έτσι δεν του ασκείται πίεση από πουθενά για να βελτιωθεί. Καμία σχέση δηλαδή με το Εθνικό που βάλλεται από παντού και γι’ αυτό και έχει τρομερή εξωστρέφεια και απολογείται για τις επιλογές του».

Αν και ποτέ του δεν φοβήθηκε να μην γίνει δυσάρεστος, δεν αναφέρει ονόματα μέσα στο βιβλίο, ενώ έχει αμβλύνει και ορισμένα πράγματα αν και φωτογραφίζονται καταστάσεις και πρόσωπα. «Δεν ήταν η μεγάλη μου επιθυμία να εκθέσω ανθρώπους, με ενδιέφερε η κατάσταση που επικρατεί και η θεατρική στασιμότητα στη Θεσσαλονίκη» εξηγεί.

Όσο για τον τίτλο «Θεατροπληξία», ήθελε συνειδητά να μοιάζει με… ασθένεια: Την ασθένεια που έχει ο ίδιος και αυτή που πλήττει το θέατρο. «Η ασθένεια του θεάτρου είναι το ίδιο το θέατρο: Η αγάπη και το μίσος γι’ αυτό και ο τρόπος που αντιμετωπίζω το θέατρο, δηλαδή σαν πλήγμα. Βέβαια, δεν μπορώ να απομυθοποιήσω το θέατρο γιατί δεν απομυθοποιείς κάτι που έχεις ακόμα μέσα σου μυθοποιημένο -μπορείς όμως να το μαλώσεις λίγο, να το στριμώξεις, να το ζυγίσεις. Γράφω για το θέατρο που θέλω να δω στην πόλη αλλά δεν βλέπω. Θα ήθελα να είναι αφυπνιστικό, ειδικά σε μία πόλη με τόσους φοιτητές και νέους, θα ήθελα να σφύζουν τα θέατρα με παραστάσεις που θίγουν την καθημερινότητα και τα προβλήματα. Αλλά και θέατρο υψηλών προδιαγραφών ως προς την αισθητική». Η «Θεατροπληξία» είναι στην ουσία μία… γκρίνια συζυγική για το θέατρο. «Είναι τα παράπονα μίας ζωής, αλλά για να παραπονιέσαι για κάτι σημαίνει ότι σε ενδιαφέρει ακόμη και θες να συνεχίσει να ζει και να σε εντυπωσιάζει».

Παραδόξως, σημειώνει, δεν άκουσε αρνητικά σχόλια για το βιβλίο αν και τα περίμενε. Το έγραφε για 10 χρόνια και ακόμη δεν έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι δεν έμεινε πάνω στη σκηνή. «Καμία συμφιλίωση με το παρελθόν. Είμαι διαρκώς σε ρήξη με τις επιλογές της ζωής μου. Πολλοί με έλεγαν ζιζάνιο, κακόγλωσσο κ.λπ. Είμαι, αλλά δεν είμαι μόνο για τους άλλους, είμαι αυστηρός πρώτα με μένα -οριακά μου αρέσει να με κακολογούν κιόλας γιατί θεωρώ ότι αλλιώς θα πρόδιδα τον εαυτό μου. Έτσι είμαι, θα δω πάντα το ξεφτίδι, την ανορθογραφία, δεν βλέπω εύκολα το καλό. Και όλο το σύνολο να ’ναι υπέροχο, εγώ θα δω το λάθος και θα επιμείνω. Έχω μία τελειομανία αλλά δεν λέω ότι είμαι τέλειος, κάθε άλλο -την τελειότητα, όμως, κυνηγούσα πάντα. Δέχομαι απολύτως την κριτική για τον εαυτό μου και θέλω να τη δέχονται και οι υπόλοιποι. Δεν δέχομαι καμία θεοποίηση για κανέναν, ούτε καν για τον ίδιο τον Θεό» καταλήγει.

images-7.jpg

Το βιβλίο «Θεατροπληξία» από την Κάπα Εκδοτική.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 28/06/2026

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA