Η δημοφιλία του Μαμντάνι. Του Παύλου Αβραμόπουλου

Στους πρώτους μήνες της θητείας του προχώρησε σε συγκεκριμένες κινήσεις

Ένας νέος φόρος για μη κατοίκους της Νέας Υόρκης που διατηρούν ακίνητα αξίας άνω των 5 εκατομμυρίων δολαρίων δεν είναι συνήθως η πιο «ασφαλής» επιλογή για έναν δήμαρχο στην αρχή της θητείας του. Στην περίπτωση του Ζοχράν Μαμντάνι, όμως, αποτελεί μέρος της εξήγησης για τη δημοφιλία του.

Τα πρώτα δεδομένα είναι εντυπωσιακά. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση των New York Times, έπειτα από δημοσκόπηση που διενήργησε σε συνεργασία με το Siena Research Institute, ο νέος δήμαρχος καταγράφει ποσοστά αποδοχής που φτάνουν το 68%, επίπεδα σπάνια για τη σημερινή πολιτική συγκυρία. Ακόμη και μετά από μία μικρή υποχώρηση, παραμένει σαφώς πιο δημοφιλής από τους προκατόχους του.

Η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς το περιβάλλον στο οποίο εξελέγη. Τα προηγούμενα χρόνια η Νέα Υόρκη βρέθηκε αντιμέτωπη με κρίσεις, σκάνδαλα και αίσθημα δυσλειτουργίας. Η εκλογή του δεν ήταν απλώς αλλαγή προσώπου, αλλά ένδειξη ότι ένα μέρος της κοινωνίας αναζητούσε μία διαφορετική κατεύθυνση.

Η αποδοχή του, ωστόσο, δεν βασίζεται μόνο σε προσδοκίες. Στους πρώτους μήνες της θητείας του προχώρησε σε συγκεκριμένες κινήσεις: Εξασφάλισε χρηματοδότηση για πρόγραμμα παιδικής φροντίδας, επέκτεινε εκπαιδευτικές δομές και ενεργοποίησε μηχανισμούς προστασίας ενοικιαστών. Παράλληλα, άνοιξε με πιο παρεμβατικό τρόπο τη συζήτηση για την αγορά κατοικίας.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρότασή του για φορολόγηση πολυτελών ακινήτων που ανήκουν σε μη μόνιμους κατοίκους. Πρόκειται για μία επιλογή με σαφές πολιτικό στίγμα, ότι η πόλη μπορεί να ζητήσει περισσότερα από όσους επωφελούνται από αυτήν χωρίς να συμμετέχουν ουσιαστικά στην καθημερινότητά της.

Την ίδια στιγμή, ο Μαμντάνι έχει επιλέξει να κινηθεί πιο ισορροπημένα σε άλλα πεδία. Η παραμονή της επικεφαλής της αστυνομίας και η αναθεώρηση ορισμένων προεκλογικών δεσμεύσεων δείχνουν μία διάθεση προσαρμογής στην πραγματικότητα της διοίκησης.

Η στάση αυτή συνδέεται με μία ευρύτερη αντίληψη: Ότι ένα πιο παρεμβατικό κράτος μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν είναι αποτελεσματικό. Με αυτό το σκεπτικό, επιχειρεί να δώσει έμφαση όχι μόνο στις μεγάλες πολιτικές, αλλά και στην καθημερινότητα της πόλης, από υποδομές μέχρι τη διαχείριση έκτακτων συνθηκών.

Παράλληλα, έχει καταφέρει να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις με την ομοσπονδιακή εξουσία, παρά τις ιδεολογικές διαφορές. Η δυνατότητα συνεργασίας με τον Ντόναλντ Τραμπ σε επιμέρους ζητήματα δείχνει ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν αποκλείει την πρακτική συνεννόηση.

Δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς και τον ρόλο της συγκυρίας. Η μείωση της εγκληματικότητας, η αποκλιμάκωση της μεταναστευτικής πίεσης και μία συνολικά πιο σταθερή εικόνα της πόλης δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες.

Αυτό που ξεχωρίζει, όμως, είναι κάτι λιγότερο μετρήσιμο: ο τρόπος με τον οποίο μιλά για την πολιτική. Σε μία περίοδο γενικευμένης δυσπιστίας, επενδύει στην ιδέα ότι η πολιτική μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά την καθημερινότητα.

Το αν αυτή η προσδοκία θα επιβεβαιωθεί, θα φανεί στην πορεία. Προς το παρόν, όμως, φαίνεται ότι ένα σημαντικό μέρος των πολιτών είναι διατεθειμένο να τη δοκιμάσει.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 26.04.2026

ESPA