Έκανα πολλά χρόνια να ξεφορτωθώ τον αντιαμερικανισμό μου. Και δεν τον είχα μόνο εγώ, φυσικά. Αν όχι οι περισσότεροι, τότε σίγουρα ο κύκλος μου∙ όσοι βλέπαμε -ή νομίζαμε ότι βλέπαμε- πίσω από το δάχτυλό μας. Ήταν σχεδόν αυτονόητος. Μεγάλωσε μαζί μας, τράφηκε από ιστορίες, εικόνες, αφηγήσεις που επαναλαμβάνονταν μέχρι να μοιάζουν αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Η χούντα, οι επεμβάσεις με το δίκιο του ισχυρού σε κάθε γωνιά του κόσμου, οι βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία, όλα εκείνα που έκανε ως «σερίφης» η Αμερική σε πιο δύσκολα και πιο έντονα χρόνια. Χρόνια όπου η πολιτική ήταν ωμή, οι ισορροπίες βίαιες και οι συνέπειες πάντα πληρωμένες από άλλους. Τότε που και τα συνθήματα έμοιαζαν πιο καθαρά, πιο θελκτικά, ή ίσως εμείς ήμασταν απλώς μικρότεροι και είχαμε ανάγκη από απόλυτα σχήματα για να σταθούμε. Χρόνια έπιανα τον εαυτό μου να εμπνέεται απ’ όλα αυτά και να νιώθει πως οι Αμερικανοί ήταν ο «σατανάς», μια ενιαία, σκοτεινή δύναμη, απέναντι στην οποία όφειλες σχεδόν ηθικά να στέκεσαι.
Με τα χρόνια, όμως, κάτι άρχισε να αλλάζει. Όχι απότομα, όχι θεαματικά, όχι με κάποια μεγάλη αποκάλυψη. Σιγά σιγά. Ζούσαμε πια σε μια Ευρώπη που έμοιαζε ισχυρή, ή τουλάχιστον αυτάρκης. Μια Ευρώπη όπου δεν ένιωθες ότι είσαι «προτεκτοράτο», ούτε μιλούσες με το σύνδρομο του μικρού που πρέπει διαρκώς να απολογείται ή να αποδεικνύει ότι δικαιούται να έχει άποψη. Υπήρχε η αίσθηση ότι μπορείς να στέκεσαι δίπλα στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να στέκεσαι από κάτω τους. Ήρθαν και ηγέτες που σου έδιναν το περιθώριο να διαφωνείς χωρίς να απορρίπτεις συνολικά τη Δύση, να κάνεις κριτική χωρίς να νιώθεις ότι προδίδεις μια υποτιθέμενη «σωστή πλευρά της Ιστορίας».
Ο Μπαράκ Ομπάμα, για παράδειγμα, λειτούργησε για πολλούς από εμάς σαν ένα είδος ήρεμης αποκατάστασης. Δεν εξιδανικεύσαμε την Αμερική, δεν ξεχάσαμε το παρελθόν της, αλλά έπαψε να είναι ο αντιπαθής εχθρός. Έγινε ξανά μια σύνθετη χώρα, με αντιφάσεις, προβλήματα, ευθύνες, αλλά και με μια στοιχειώδη προσήλωση σε κανόνες, με θεσμούς που λειτουργούν, με ανεξάρτητες αρχές που έχουν εξουσία και ισχυρή αυτονομία. Κάπως έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, τον ξεφορτώθηκα αυτόν τον παλιό αντιαμερικανισμό.
Και μετά ήρθε ο Ντόναλντ Τραμπ. Και ό,τι πιστεύαμε ότι είχαμε αφήσει πίσω μας, επέστρεψε. Όχι απλώς ως καχυποψία ή αμφιβολία, αλλά ως παγκόσμιο σοκ και δέος. Γιατί εδώ υπάρχει μια βασική, καθοριστική διαφορά: το πρόβλημα δεν είναι η Αμερική ως κράτος, ούτε μια σκληρή αλλά αναγνωρίσιμη πολιτική γραμμή. Είναι ένας άνθρωπος και οι «χουλιγκάνοι» οπαδοί του. Ένας τύπος που καταπατά ό,τι μάθαμε ποτέ για τη Δύση, ακόμη και για την ίδια την Αμερική. Σαν άλλος καουμπόης –ή μάλλον αρχηγός των απανταχού καουμπόηδων– τραμπουκίζει τη χώρα του, τους θεσμούς της, τους πολίτες της, τους αδύναμους. Συλλαμβάνει παιδιά, χλευάζει εργάτες, επιδεικνύει περιφρόνηση για κάθε έννοια κανόνα, δικαίου, μέτρου. Και κυρίως, έχει καταφέρει κάτι που έμοιαζε αδιανόητο: να διαλύσει τη σχέση της Αμερικής με τη Δύση και δη με την Ευρώπη, αφήνοντάς την αποσβολωμένη, αμήχανη, να αναρωτιέται όχι μόνο πώς να τον αντιμετωπίσει, αλλά αν, τελικά, μπορεί.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή τη φορά η Ευρώπη δείχνει να καταλαβαίνει. Όχι με ενθουσιασμό, ούτε με αυτοπεποίθηση, αλλά με εκείνη τη βαριά συνειδητοποίηση που έρχεται όταν έχεις αργήσει πολύ να πάρεις στα σοβαρά τα σημάδια. Όπως έγραφε το Politico, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ένιωσαν πως «δεν υπάρχει πια επιστροφή». Η υπόθεση της Γροιλανδίας λειτούργησε σαν καταλύτης. Όχι επειδή όλοι πίστεψαν ότι θα εξελιχθεί σε πραγματική εισβολή, αλλά γιατί έγινε σαφές ότι για έναν Αμερικανό πρόεδρο η Ευρώπη δεν είναι πια σύμμαχος, αλλά ενδεχομένως αντικείμενο πίεσης, διαπραγμάτευσης ή ακόμη και επίδειξης ισχύος. Αυτό από μόνο του αρκούσε για να κλονίσει μια σχέση δεκαετιών.
Ωστόσο, θα ήταν υποκριτικό να ρίξουμε όλο το βάρος των ευθυνών στον Τραμπ. Η Ευρώπη δεν ξύπνησε ξαφνικά μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο, απλώς αρνήθηκε για χρόνια να δει πώς η ίδια υπονόμευσε τις αξίες της. Άνοιξε κερκόπορτες στο εσωτερικό της, επιτρέποντας σε ηγέτες που αμφισβητούν το κράτος δικαίου, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την ελευθερία του Τύπου να παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτοι. Συμβιβάστηκε με «παρεκκλίσεις» και μισόλογα, με κυρώσεις για τα μάτια του κόσμου και πολιτική δειλία στο όνομα της ενότητας. Και όταν έφτασε η στιγμή της μεγάλης δοκιμασίας, διαπίστωσε ότι η ενότητα αυτή ήταν περισσότερο ρητορική παρά ουσιαστική.
Την ίδια στιγμή, η συγκυρία είναι αμείλικτη. Στην πρώτη θητεία του Τραμπ υπήρχαν ακόμη ισχυρές φιγούρες που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα. Η Άνγκελα Μέρκελ μπορούσε να του μιλήσει στα ίσια, χωρίς φωνές αλλά και χωρίς υποταγή. Σήμερα, τέτοιες σταθερές απουσιάζουν. Η Ευρώπη μοιάζει να ψάχνει τον εαυτό της μέσα από ηγεσίες που άλλοτε δείχνουν πρόθυμες να συγκρουστούν και άλλοτε εγκλωβισμένες στον μικρόκοσμο της εσωτερικής τους πολιτικής.
Σε αυτό το τοπίο, ο Εμανουέλ Μακρόν και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν έχουν πια την πολυτέλεια του χρόνου. Αν δεν σοβαρευτούν, αν δεν μετατρέψουν τα μεγάλα λόγια περί στρατηγικής αυτονομίας σε πραγματικές πολιτικές, σε λίγο δεν θα έχουν πού να είναι ηγέτες. Γιατί η ήπειρος που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της, οικονομικά, πολιτικά και αμυντικά, καταλήγει να είναι απλώς χώρος επιρροής άλλων.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το πιο κρίσιμο σημείο. Όχι στην αντιπαράθεση με τον Τραμπ καθαυτή, αλλά στην ανάγκη να θυμηθούμε τι είναι αυτό που, υποτίθεται, μας ενώνει. Το διεθνές δίκαιο δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Οι θεσμοί δεν είναι εμπόδιο που παρακάμπτεις όταν δεν σε βολεύουν. Η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη, ούτε κληρονομικό δικαίωμα. Αν κάτι μας μαθαίνει αυτή η περίοδος, είναι ότι τίποτα από αυτά δεν επιβιώνει από μόνο του.
Ο Τραμπ δεν είναι απλώς ένα πολιτικό ατύχημα. Είναι ένας καθρέφτης. Και το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα τον αντιμετωπίσει η Ευρώπη, αλλά αν έχει ακόμη το σθένος να υπερασπιστεί τις αξίες που λέει ότι πρεσβεύει. Γιατί αν δεν το κάνει τώρα, ίσως την επόμενη φορά να μην υπάρχει ούτε σοκ, ούτε δέος, αλλά ούτε Ευρώπη...
* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 25.01.2026