Το να είναι μία Πολιτεία θεσμικά ευνομούμενη είναι κρίσιμη παράμετρος επιτυχίας ενός έθνους. Ακόμα και μία επιπόλαιη ανάγνωση του «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη;» των Ατζέμογλου-Ρόμπινσον πείθει και τον πλέον αδαή αναγνώστη.
Σημαντικό στοιχείο μίας Πολιτείας θεσμικά ευνομούμενης είναι να υπάρχουν ενιαία μέτρα και σταθμά για τις βασικές λειτουργίες του πολιτεύματος.
Το πολίτευμά μας είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αυτό σημαίνει πως σχηματίζει κυβέρνηση όποιος έχει τη «δεδηλωμένη», δηλαδή τη δυνατότητα να αποκτήσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία είτε μόνος του είτε με συνεργασία. Είτε με το πρώτο κόμμα είτε χωρίς αυτό. Είτε με πρωθυπουργό τον αρχηγό του πρώτου κόμματος είτε χωρίς αυτόν.
Εσχάτως αναπτύσσεται μία φιλολογία πως άπαξ και το πρώτο κόμμα δεν έχει αυτοδυναμία και δεν μπορεί να έχει καμία συμμαχία, είναι περίπου δημοκρατικά ανόσιο να αναζητηθεί άλλη λύση. Στον κοινοβουλευτισμό «ανόσιο» είναι να υπάρξει κυβέρνηση χωρίς δεδηλωμένη. Και προφανώς αυτό συνιστά μείζονα θεσμική εκτροπή. Παύεις πλέον να μιλάς για Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
Μία λύση πλειοψηφίας όμως που προκύπτει από τη σύνθεση της Βουλής, η οποία μάλιστα έχει προκύψει από πρόσφατη λαϊκή ετυμηγορία, είναι απολύτως νόμιμη. Αν είναι μία λύση καιροσκοπισμού ή ακραία ετερόκλητη (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) ή μία αναγκαία λύση ειδικού σκοπού (π.χ. κυβέρνηση Παπαδήμου) ή μία λύση για να μην περιπέσει η χώρα σε κατάσταση χρόνιας αβεβαιότητας (π.χ. κυβέρνηση Ζολώτα), αυτό θα κριθεί πολιτικά από τον λαό και θα αποτυπωθεί στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Αν όμως είναι «δημοκρατική εκτροπή» (ακούστηκε και αυτό…) να αναζητηθεί μία άλλη πλειοψηφία μέσα από τη νεοεκλεγείσα Βουλή, τότε έχουμε ένα Σύνταγμα «εκτροπής» μια και προβλέπει η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης τριήμερης προθεσμίας να δίνεται και στο δεύτερο και στο τρίτο κόμμα. Γιατί;
Επειδή προφανώς ο νομοθέτης είχε υπόψη του τα δημοκρατικά κοινοβουλευτικά ήθη, πως μπορεί να υπάρχουν και άλλες λύσεις πέραν του πρώτου κόμματος, και δεν περιορίστηκε στην «πρωτιά» ως απαραίτητο όρο σχηματισμού κυβέρνησης.
Όσοι, επιπόλαια και ασύγγνωστα, το θεωρούν αυτό λάθος θα πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη να ζητήσουν αναθεώρηση του Συντάγματος και σ’ αυτό το σημείο. Αλλά δεν το κάνουν… (Αλήθεια, τι απέγινε με εκείνη την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, που θα άλλαζε τον ρου της πολιτικής μας ζωής; Βραχυκυκλώθηκε στην ιδιοφυή σύλληψη ασυμβίβαστου υπουργού/ βουλευτή;).
Επιστροφή στα δύο μέτρα και δύο σταθμά: Πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα που είχαν ψηφίσει την κυβέρνηση Παπαδήμου να μας λένε τώρα πως αυτό είναι «εκτροπή» και πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα που τότε κατήγγειλαν εκείνη την κυβέρνηση περίπου ως «πραξικόπημα» σήμερα να μιλούν για κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες χωρίς τον αρχηγό του πρώτου κόμματος.
Και όλοι μαζί ολοφύρονται για τη δημοκρατική νομιμότητα… Και για την αποξένωση των πολιτών από την πολιτική.
Συνεπώς, από θεσμική, συνταγματική και δημοκρατική άποψη δεν τίθεται θέμα: Οποιαδήποτε αναζήτηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι νόμιμη (φυσικά, αρκεί να μη γίνεται με αθέμιτα μέσα, όπως π.χ. την περίοδο της Αποστασίας).
Υπάρχει ένας εύλογος αντίλογος: Με το ισχύον εκλογικό σύστημα και με βάση τις δημοσκοπήσεις δεν διαφαίνεται πολιτική «ώσμωση» ικανή να αποδώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία συνεργασιών.
Πρώτον, ας μην προτρέχουμε όσον αφορά τη διάρθρωση της λαϊκής βούλησης.
Δεύτερον, η επόμενη ημέρα των εκλογών είναι συχνά διαφορετική από αυτή που πιθανολογούμε πριν τις εκλογές.
Τρίτον, στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Αρκεί να τη μετράμε με ενιαία μέτρα και σταθμά.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 12-13.09.2026