Η πόλη ως εθνικό μας πρόβλημα. Γράφει ο Μιχάλης Μήττας

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, αρμόδια για σχεδόν όλα όσα μας ενοχλούν στο συγκεκριμένο θέμα, επιβιώνει σήμερα με τα «ρέστα»

Του Μιχάλη Μήττα

Γενικού Γραμματέα Δήμου Θεσσαλονίκης 

michalis-mittas.jpg?v=0

Είχα πριν λίγες ημέρες την ευκαιρία να βρεθώ στην Αθήνα, με αρκετό χρόνο ώστε, μετά από πολλά χρόνια, να περπατήσω το κέντρο της. Αν έπρεπε να επιλέξω μια λέξη για να την περιγράψω, θα ήταν “ρημαδιό”.

Αν κανείς προχωρήσει λίγο βαθύτερα, έστω και λίγα μέτρα, πίσω από την φροντισμένη επιφάνεια ορισμένων κεντρικών οδών και μνημείων, θα διαπιστώσει ένα συνοθύλευμα από ερείπια νεοκλασικών, κενά οικόπεδα που χρησιμεύουν ως χώροι στάθμευσης, υπερμεγέθεις οικοδομές, παλιές και καινούριες, σχεδόν πάντα φρικτής αισθητικής, ατάκτως ερριμμένα. Ανάμεσά τους, ένα πλέγμα δρόμων ξηλωμένων, ασύμμετρων, από τις κάθε μορφής καταπατήσεις, και, ασφαλώς, βρώμικων. Ένα σύνολο του παραλόγου, που στο ύψος του ανθρώπινου ματιού χαρακτηρίζεται από αφόρητο οπτικό θόρυβο το πρωί και ανησυχητικό σκοτάδι το βράδυ, ενώ από μεγαλύτερη απόσταση θυμίζει έντονα μεταπολεμικό σκηνικό.

Η εμφάνιση όμως του “πρώτου” δήμου της χώρας δεν είναι παρά η απεικόνιση, στον υπερθετικό ίσως βαθμό, όλων των ελληνικών πόλεων. Με την εξαίρεση συγκεκριμένων, λίγων όμως και περιφερειακών, αστικών κέντρων, όπου η τύχη απάλλαξε από τη καταδίκη της αντιπαροχής, συγχωρώντας στα μάτια επισκέπτη και κατοίκου τα υπόλοιπα δεινά, η χώρα μας μπορεί να “περηφανεύεται” για το ασχημότερο αστικό τοπίο στην Ευρώπη. Αντί να υποκρινόμαστε ότι μας αρέσει, κάποια στιγμή πρέπει να βάλουμε στην ατζέντα την αποκατάστασή του.

Τρεις προϋποθέσεις υπάρχουν για αυτό.

Η πρώτη είναι, φυσικά, τα χρήματα. Η τοπική αυτοδιοίκηση, αρμόδια για σχεδόν όλα όσα μας ενοχλούν στο συγκεκριμένο θέμα, επιβιώνει σήμερα με τα “ρέστα”. Το ότι οι ελληνικοί δήμοι λειτουργούν με δαπάνες που δεν υπερβαίνουν το 4% του ΑΕΠ, τη στιγμή που οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί διαθέτουν κατά μέσο όρο το 12% είναι γνωστό, αλλά κάπως ασαφές στο πολύ κόσμο. Θα το κάνω σαφέστερο. Εκείνο το παράπηγμα, που κόβει στη μέση το δρόμο και ο ιδιοκτήτης του αφήνει μέσα στα χόρτα και τα σκουπίδια μέχρι να πέσει μόνο του, με τις τρέχουσες τιμές, χρειάζεται κοντά στα 3 εκατομμύρια ευρώ για να απαλλοτριωθεί. Αυτό είναι σχεδόν το 5% των χρημάτων που υπάρχουν διαθέσιμα σε ένα μεγάλο δήμο, όπως της Θεσσαλονίκης, για ένα έτος. Ένα χιλιόμετρο ασφαλτόστρωσης μιας λωρίδας οδού κοστίζει σήμερα σχεδόν 30.000 ευρώ. Η λειτουργία της καθαριότητας, χωρίς να περιληφθούν οι σχεδιαζόμενες επενδύσεις αναβάθμισης, απαιτεί σήμερα στη Θεσσαλονίκη σχεδόν 60 εκατομμύρια, ή το 1/4 του ετήσιου προϋπολογισμού. Τα χρήματα, σε ανάλογα με τα διεθνή πρότυπα μεγέθη, είναι λοιπόν αναγκαία συνθήκη. Όχι όμως και ικανή.

Η δεύτερη προϋπόθεση δεν περιλαμβάνει κόστος, απαιτεί όμως ρήξεις. Η κυριότερη, με το αυτοκίνητο. Σε ένα τοπίο με συγκεκριμένες γεωμετρικές διαστάσεις, συνεχίζουμε να ματαιοπονούμε πασχίζοντας να χωρέσουμε στενά πεζοδρόμια, λωρίδες κίνησης και θέσεις στάθμευσης, μέσα μαζικής μεταφοράς, κακομοίρικες δενδροστοιχίες και, αισίως, ποδηλατόδρομους. Το αυτοκίνητο, του οποίου μάλιστα οι διαστάσεις διαρκώς μεγαλώνουν, όσο “τρέφεται”, με μεγαλύτερους δρόμους και περισσότερα πάρκινγκ, τόσο πιο αχόρταγο γίνεται. Η Αθήνα, με τις τεράστιες επενδύσεις σε αυτοκινητοδρόμους, περιμετρικά και στο εσωτερικό της, είναι ίσως το καλύτερο δυνατό παράδειγμα αποτυχίας μιας προσέγγισης που επιδίωξε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του. Αφού δεν χωράει στην εξίσωση, πρέπει να αφαιρεθεί.

Στη τρίτη προϋπόθεση όμως, βρίσκεται η πραγματική πρόκληση. Η αισθητική είναι ομολογουμένως το αδύναμο σημείο μας. Για το λόγο αυτό όμως πρέπει να γίνει προτεραιότητα. Πρωτίστως, στα δημόσια έργα, ως υπόδειγμα για το σύνολο της κατασκευαστικής δραστηριότητας, αλλά και με κατάλληλη ρύθμιση των ιδιωτικών. Σε επίπεδο αστικού συνόλου δε, απαιτείται να από–υποκειμενικοποιηθεί. Οι αρχιτεκτονικοί πειραματισμοί, τα νέα ρεύματα, οι ανατροπές των παραδοσιακών γραμμών και αναλογιών, θα μπορούσαν, με κάμποση επιφυλακτικότητα, να αναγνωριστούν ως ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις, εκεί όπου το ανθρωπογενές περιβάλλον έχει διατηρήσει έναν διαχρονικής αισθητικής συνολικό χαρακτήρα. Στις δικές μας πόλεις, όπου αυτός ο χαρακτήρας χάθηκε πριν μισό αιώνα, κάθε πειραματισμός σήμερα δεν είναι παρά ένα ακόμα βαρίδι στο, γεμάτο τσιμεντένιους όγκους, σιδερένιες αιχμές και γυάλινα πάνελ, μάτι. Όσο και αν ακούγεται ντεμοντέ, η αισθητική αναβίωση, είτε μέσω εκτεταμένων παρεμβάσεων στις όψεις των κτιρίων είτε με πλήρη ανοικοδόμηση, πάντα σεβόμενη τις σύγχρονες ανάγκες, αποτελεί στη πραγματικότητα ευρύτερη τάση στην Ευρώπη. Ιδίως σε πόλεις όπου οι πληγές του πολέμου επουλώθηκαν με προχειρότητα ή “επαναστατικές” για την εποχή εκείνη λύσεις, η ανάκτηση ενός ενιαίου αισθητικά χαρακτήρα, συχνά με ιστορικές αναφορές, προσεγγίζεται ως επαναφορά στην ανθρώπινη κλίμακα, την ανθεκτικότητα και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Ενώ λοιπόν το δικό μας οικοδομικό απόθεμα των δεκαετιών του '60 και του '70 αρχίζει να πλησιάζει στην ημερομηνία λήξης του, η δε περιβαλλοντική (άρα και οικονομική) του απόδοση είναι εξόχως προβληματική, γεννιέται μια μοναδική (κυριολεκτικά) ευκαιρία ρήξης με το αποτυχημένο ελληνικό οικιστικό παράδειγμα.

Έχει διατυπωθεί ότι το περιβάλλον διαμορφώνει τον άνθρωπο. Αν πράγματι κάτι τέτοιο ισχύει, δεν είναι να απορεί κανείς πως η προχειρότητα και η αταξία αναπαράγονται και διαπερνούν κάθε έκφανση της ελληνικής κοινωνίας. Όμως είναι και ένας λόγος ακόμα ώστε θέσουμε τις πόλεις μας, για πρώτη ίσως φορά, στο επίκεντρο και ως εθνική στρατηγική. Αλλού, όχι τόσο μακριά μας, το κάνουν ήδη.

ESPA