Πρωταθλήτρια του Ταμείου Ανάκαμψης του ΥΠΑΑΤ η Βόρεια Ελλάδα. Γράφει ο Αντώνης Φιλιππής

Άρθρο του γενικού γραμματέα Αγροτικής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων, Αντώνη Φιλιππή

Περισσότεροι από τους μισούς πόρους των δράσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κατευθύνονται στη Βόρεια Ελλάδα. Στα 294 ολοκληρωμένα επενδυτικά σχέδια (περίπου το 56% των εγκεκριμένων επενδυτικών σχεδίων) στον εκσυγχρονισμό του πρωτογενούς τομέα, στην πράσινη μεταποίηση, στην αναδιάρθρωση καλλιεργειών, την ενίσχυση των υδατοκαλλιεργειών και τον πράσινο αγροτουρισμό αποτυπώνονται οι πραγματικές ανάγκες της αγροτικής επιχειρηματικότητας στη Βόρεια Ελλάδα, ώστε τελικά να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και να κινητοποιούν συνολικές επενδύσεις που αγγίζουν το μισό δισεκατομμύριο ευρώ σε όλες τις Περιφέρειες της Μακεδονίας και της Θράκης, που τις καθιστούν «πρωταθλητές» τόσο στις εγκεκριμένες επενδύσεις όσο και στην απορρόφηση πόρων του ΤΑΑ.

Ο προσανατολισμός περισσότερων από 480 εκατ. ευρώ στις Περιφέρειες της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, αλλά και των Περιφερειακών Ενοτήτων της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης δεν ήταν μία τυχαία εξέλιξη. Αντίθετα, ο προσεκτικός σχεδιασμός των προγραμμάτων, ώστε αυτά να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες και τις δυνατότητες των αγροτικών επιχειρήσεων αποτέλεσε κεντρική επιλογή της Κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, με σαφή στόχευση: Την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα της Βορείου Ελλάδας, τη μεγιστοποίηση του οφέλους για τον αγροτικό κόσμο και πρωτίστως τη δημιουργία των προϋποθέσεων για σταθερή και βιώσιμη ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας σε όλες τις Περιφέρειες.

Τα οφέλη του Ταμείου Ανάκαμψης στη Μακεδονία και τη Θράκη δεν είναι μόνο άμεσα (τόνωση των επενδύσεων στην περιοχή, δημιουργία περισσότερων και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας στον πρωτογενή τομέα, αύξηση των εισοδημάτων για τους ωφελούμενους για την ίδρυση νέων ή τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων και παραγωγικών μονάδων).

Το αποτύπωμα των δράσεων του Ταμείου Ανάκαμψης του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης είναι ακόμα μεγαλύτερο, με ευρύτερο χρονικό ορίζοντα. Κυρίως, διότι, οι δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης του ΥΠΑΑΤ:

* Έδωσαν την ευκαιρία σε εκατοντάδες αγροτικές επιχειρήσεις να εκσυγχρονίσουν τον εξοπλισμό τους και να βελτιώσουν την παραγωγικότητά τους μακροχρόνια, ώστε να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες της αγοράς αγροτικών προϊόντων.

* Παρείχαν επιπλέον κίνητρα για την οργάνωση σε ομάδες παραγωγών και συλλογικά σχήματα που αξιοποιούν πιο αποτελεσματικά τις οικονομίες κλίμακας, μειώνοντας το κόστος παραγωγής.

* Κατηύθυναν πόρους σε περισσότερο «πράσινες» μεθόδους παραγωγής που αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες και μειώνουν το περιβαλλοντικό και ενεργειακό αποτύπωμα.

* Προσέλκυσαν νέες και νέους στην αγροτική οικονομία, δίνοντας πρόσθετες ευκαιρίες επένδυσης στην πρωτογενή παραγωγή.

Η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης μάς δείχνει τον δρόμο για την επόμενη ημέρα. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος, οι υπηρεσίες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αλλά και οι ίδιοι οι αγρότες, οι συνεταιρισμού και οι αγροτικές επιχειρήσεις είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με το νέο μοντέλο δράσεων που προάγει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική. Ένα μοντέλο που βασίζεται σε συγκεκριμένους στόχους και ορόσημα, αντίστοιχα της λειτουργίας του ΤΑΑ.

Αυτός είναι άλλωστε, ο κεντρικός στόχος του Εθνικού Διαλόγου για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική που διεξάγεται, υπό την καθοδήγηση του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μαργαρίτη Σχοινά, σε όλη τη χώρα. Να αντλήσουμε συνδυαστικά τα χρήσιμα διδάγματα από τη λειτουργία του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ), του Στρατηγικού Σχεδίου της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΣΣ-ΚΑΠ) και του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), ώστε να σχεδιάσουμε μαζί με τους ανθρώπους του πρωτογενούς τομέα τις κατάλληλες δράσεις που ανταποκρίνονται στις πραγματικές τους ανάγκες. Και να ενεργοποιήσουμε κάθε διαθέσιμο χρηματοδοτικό εργαλείο για επενδύσεις σε τεχνολογία, εξοπλισμό και υποδομές, που μειώνουν το κόστος παραγωγής, αυξάνουν την παραγωγικότητα και καθιστούν τον πρωτογενή τομέα πιο ανταγωνιστικό και πιο ανθεκτικό στην κλιματική κρίση.

Γιατί, τελικά, εκεί κρίνεται το μέλλον της ελληνικής γεωργίας: Στο χωράφι, στην εκμετάλλευση, στην επιχείρηση και, πάνω απ’ όλα, στους ανθρώπους που καλλιεργούν και παράγουν.

Δημοσιεύτηκε στη «ΜτΚ» 20/9/2026

ESPA