Με οικονομικό Αρμαγεδδώνα, αγνώστων για την ώρα διαστάσεων, απειλείται η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, εφόσον η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί επί μακρόν με τα μεγαλύτερα ελληνικά λιμάνια να παρακολουθούν με αυξημένη επιφυλακή την τεταμένη κατάσταση, καθώς τα δεδομένα αλλάζουν με αστραπιαίες ταχύτητες.
Το πιο «προστατευμένο» στις διεθνείς αναταράξεις, σε σχέση με τον Πειραιά, λιμάνι της Θεσσαλονίκης, για την ώρα, δεν επηρεάζεται ιδιαίτερα χωρίς ωστόσο να μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως δε θα υπάρξουν κραδασμοί, έστω και έμμεσοι, σε δεύτερο χρόνο.
«Είναι πολύ πρώιμο να γίνουν ασφαλείς εκτιμήσεις, παρακολουθούμε την κατάσταση», επισημαίνουν στο emakedonia.gr, πηγές της αγοράς.
Για την ώρα δεν μπορούν να γίνουν ασφαλείς εκτιμήσεις για το αν θα υπάρξει αντίκτυπος στον χρόνο παράδοσης εμπορευμάτων, διαταραχές στην ομαλή διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων ή και «τρελές» αυξήσεις ναύλων με τις τελευταίες να περνούν από τις εταιρείες στην τελική τιμή των προϊόντων αν δεν αποκλιμακωθεί η σύρραξη.
Το μειονέκτημα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης που γίνεται… πλεονέκτημα
Οι εισαγωγές πρώτων υλών, σιτηρών και πετροχημικών επηρεάζονται άμεσα, αυξάνοντας το κόστος εισαγωγών σε ενέργεια, πρώτες ύλες και τεχνολογικά προϊόντα, δημιουργώντας ανασφάλεια στις εξαγωγές προς χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
Πάντως, το γεγονός πως ο Πειραιάς είναι λιμάνι μεταφόρτωσης και η Θεσσαλονίκη λιμάνι προορισμού, «θωρακίζει» τον ΟΛΘ σε ένα βαθμό από την εξελισσόμενη κρίση. Το λιμάνι της πόλης αυτή τη στιγμή (και πριν ολοκληρωθεί η επέκταση του έκτου προβλήτα) δεν μπορεί να εξυπηρετήσει μεγάλα πλοία των γραμμών Ασίας – Ευρώπης, με το ρόλο της Θεσσαλονίκης να περιορίζεται στην διακίνηση εμπορευμάτων μόνο προς τη Βόρεια Ελλάδα και τα νότια Βαλκάνια, χωρίς να εκτελείται μεταφορικό έργο προς την Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Με απλά λόγια, όσο λιγότερες διασυνδέσεις, τόσο μικρότερη η έκθεση στον κίνδυνο σε συνθήκες πολέμου, μέχρι βέβαια αποδείξεως του αντιθέτου σε μία πλήρως διασυνδεδεμένη παγκόσμια οικονομία.
Ήδη παράγοντες της αγοράς στη Βόρεια Ελλάδα «βλέπουν» σοβαρές περιπλοκές στην εφοδιαστική αλυσίδα (στην κατεύθυνση των αυξήσεων στις τιμές και σε καμία περίπτωση της επάρκειας προϊόντων), με εκτιμήσεις να μιλούν για άνοδο 20% του μεταφορικού κόστους, απόρροια των δυσχερειών στην διέλευση των πλοίων από τα στενά του Ορμούζ.
Σκόπελοι και ύφαλοι για την κρουαζιέρα
Αναφορικά με την κρουαζιέρα, υπάρχει ήδη έντονη ανησυχία για το Ανατολικό Αιγαίο και τους γειτονικούς προορισμούς, χωρίς όμως να εξαιρούνται και άλλες περιοχές της χώρας, με τη Θεσσαλονίκη να μη μένει έξω από τα απόνερα της ανασφάλειας που προκαλεί ο πόλεμος καθώς το τελευταίο που σκέφτονται οι πολίτες σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις είναι να κλείσουν κρουαζιέρα…
Προβληματισμός καταγράφεται και στις βασικές αγορές που στηρίζουν τον ελληνικό τουρισμό — Ηνωμένες Πολιτείες, Ισραήλ, Τουρκία, Ευρώπη και χώρες της Μέσης Ανατολής. Tour operators και εταιρείες κρουαζιέρας εμφανίζονται επιφυλακτικοί, εξετάζοντας εναλλακτικά σενάρια.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, ο στόχος μετατοπίζεται: Η διατήρηση των επιδόσεων του 2025 θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχία, εφόσον η γεωπολιτική κρίση παραταθεί και διευρυνθεί.
Με βάση τα… προπολεμικά ισχύοντα, στη Θεσσαλονίκη φέτος (όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του ΟΛΘ) έδεσαν και θα δέσουν συνολικά 54 κρουαζιερόπολοια από 70 που έριξαν άγκυρα πέρσι και 84 το 2024. Λιγότερες δηλαδή προσεγγίσεις αλλά θεωρητικά πιο «ποιοτικές» καθώς παρατηρείται ενισχυμένη παρουσία εταιρειών και πλοίων που μπορούν να μεγιστοποιήσουν το brand του προορισμού «Θεσσαλονίκη», με διαδρομές που «ενώνουν» την πόλη με λιμάνια όπως Κουσάντασι, Κωνσταντινούπολη, Πειραιάς, Μύκονος, Σαντορίνη, Καβάλα και Βόλος
Η ευρύτερη γεωοικονομική εικόνα
Ο πόλεμος στο Ιράν έρχεται την ώρα που το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα ήδη υφίσταται πιέσεις από την επιθετική δασμολογική πολιτική του Tραμπ και τον παρατεταμένο κατακερματισμό των αλυσίδων εφοδιασμού από την εποχή της πανδημίας και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Τα Στενά του Ορμούζ είναι το σημαντικότερο σημείο συμφόρησης για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας και τώρα βρίσκεται σε μια ενεργή εμπόλεμη ζώνη.
Σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, ο συνδυασμός του υψηλότερου κόστους ενέργειας, της διατάραξης της εφοδιαστικής αλυσίδας και ενός γενικευμένου σοκ εμπιστοσύνης θα σήμαινε μια σημαντική επιβάρυνση στον όγκο του παγκόσμιου εμπορίου ακριβώς τη στιγμή που η παγκόσμια οικονομία προσπαθούσε να αφομοιώσει τις συνέπειες του σοκ των δασμών σε ανάπτυξη και πληθωρισμό. Η ING κάνει λόγο για την «μητέρα όλων των κακών συγκυριών» που ξεδιπλώνει σε ανάλυσή του ο χρηματοπιστωτικός οίκος.
ΗΠΑ: Άνοδος τιμών
Αν και η εμπορική έκθεση των ΗΠΑ στα Στενά του Ορμούζ είναι περιορισμένη, οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την κρίση ακρίβειας που αντιμετωπίζει η χώρα. Οι Αμερικανοί καταναλωτές είναι ήδη πιεσμένοι και οι τιμές της βενζίνης είναι ένα πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα, εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών. Επιπλέον, οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου θα περιέπλεκαν τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας.
Ευρωζώνη: Η πιο εκτεθειμένη
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις χειρότερες μακροοικονομικές συνέπειες, τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Πάνω που η Ευρωζώνη έβγαινε επιτέλους από μια μακρά περίοδο στασιμότητας, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει, πέραν του εμπορικού σοκ, και ένα ενεργειακό σοκ.
Καθώς η Ευρώπη εισάγει ουσιαστικά όλο το πετρέλαιο που χρειάζεται και ένα σημαντικό μερίδιο του LNG της, μια απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας και ενδεχομένως μια διαταραχή του εφοδιασμού θα μπορούσαν να επαναφέρουν μνήμες από την ενεργειακή κρίση στα τέλη του 2021 έως το 2023.
Ασία: Πληθωρισμός και εμπορικά ισοζύγια υπό πίεση
Προς το παρόν, η Ασία φαίνεται να είναι σε θέση να απορροφήσει την απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Όμως, εάν η κατάσταση αυτή έχει διάρκεια, οι οικονομίες της είναι ιδιαίτερα ευάλωτες, επειδή εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές.
Η ΙΝG αναπτύσσει δύο σενάρια.
Στο πρώτο σενάριο, η ING βλέπει μια προσωρινή άνοδο της τιμής του πετρελαίου, κάποιες στροφές σε ασφαλή επενδυτικά καταφύγια και τελικά την επιστροφή στην προηγούμενη ατζέντα των δασμών, των διαφορών ανάπτυξης και της τεχνητής νοημοσύνης.
Στο δεύτερο σενάριο, τα κανάλια μέσω των οποίων μπορεί να επηρεαστούν οι οικονομίες και οι αγορές είναι το πετρέλαιο, η αβεβαιότητα και το αδύνατο δίλημμα των κεντρικών τραπεζών που δημιουργείται από αυτούς τους παράγοντες.
Σε αυτό το σενάριο, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να φτάσουν τα 100-140 δολάρια. Για το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο, οι τιμές θα μπορούσαν να εκτοξευθούν στα 80-100 ευρώ/MWh. Ένα τέτοιο περιβάλλον θα μπορούσε να καθυστερήσει σημαντικά τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Η στροφή στα ασφαλή καταφύγια θα έριχνε τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, ο χρυσός θα ανέβαινε, ενώ το ευρώ και το γιεν θα υποχωρούσαν.