Γράφει ο Άκης Σακισλόγλου
Μέλος Εθνικού Συμβουλίου ΕΛΑΣ
Το κείμενο δημοσιεύεται στη «ΜτΚ» αλλά -προφανώς- έχει γραφτεί λίγες ημέρες πριν, απόγευμα Τετάρτης 9 Σεπτεμβρίου. Ξέρετε πόσο κοστίζει τώρα που σας γράφω η απλή αμόλυβδη βενζίνη; Κοστίζει 2,085 ευρώ (και θεωρώ ότι το ξέρετε διότι δεν υπάρχει οικογένεια και επιχείρηση που δεν χρησιμοποιεί αυτοκίνητο ή μηχανάκι).
Συγνώμη, αλλά με τέτοια κατάσταση στην τιμή της βενζίνης, δυστυχώς δεν μπορεί να γίνει καμιά σοβαρή συζήτηση, ούτε για την βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την ανάπτυξή τους, ούτε για την ακρίβεια στην αγορά διότι δεν υπάρχει κανένα προϊόν και υπηρεσία που να μην επηρεάζεται από την τιμή των καυσίμων, που να μην απαιτεί καύσιμο για να ολοκληρωθεί.
Με τιμή βενζίνης 2,085 ευρώ, η μέση ελληνική οικογένεια που διαθέτει ένα και δύο αυτοκίνητα και που ψωνίζει καθημερινά από το σούπερ μάρκετ, δεν υπάρχει περίπτωση να αντεπεξέλθει, όποια αύξηση και αν δει στο μισθό των μελών της. Δεν βγαίνουν τα νούμερα. Η τιμή στα καύσιμα συμπαρασύρει και το άμεσο κόστος στο γέμισμα του ρεζερβουάρ αλλά και το έμμεσο στις τιμές όλων των προϊόντων που καταναλώνει.
Και εδώ έρχεται το σοβαρό ερώτημα που η Νέα Δημοκρατία δεν θέλει και δεν μπορεί να απαντήσει: Γιατί η Ελλάδα έχει τόσο ακριβή βενζίνη; Περισσότερα από 30 λεπτά διαφορά με την Ισπανία και σχεδόν 50 λεπτά με την Βουλγαρία και την Βόρεια Μακεδονία; Γιατί η Κύπρος που αγοράζει προϊόντα καυσίμων από την Ελλάδα, έχει την βενζίνη κάτω από 1,5 ευρώ; Μα, προφανώς, όλα αυτά συμβαίνουν γιατί η Ελλάδα έχει πολύ μεγαλύτερους φόρους στα καύσιμα και επιπροσθέτως αδυνατεί να ελέγξει την αισχροκέρδεια.
Βάζω βενζίνη κάθε εβδομάδα, ειδικά τις Τρίτες που υπάρχει προσφορά στην μεσαία αμόλυβδη, η οποία κοστίζει λίγα λεπτά παραπάνω από την απλή (τις υπόλοιπες μέρες κοστίζει 25 λεπτά παραπάνω και η κατοστάρα σχεδόν 60 λεπτά παραπάνω). Κατά μέσο όρο για μετακινήσεις μέσα στη Θεσσαλονίκη καταναλώνω 30 λίτρα την εβδομάδα δηλαδή περισσότερα από 120 λίτρα τον μήνα, άρα ξοδεύω περισσότερα από 250 ευρώ τον μήνα για καύσιμα.
Ξέρετε πόσα θα ξόδευα αν η τιμή της βενζίνης ήταν 1,40 ευρώ, όπως στη Στοκχόλμη, στη Σόφια, στη Μαδρίτη και στις πόλεις της Κύπρου; Θα ξόδευα 170 ευρώ δηλαδή 80 ευρώ λιγότερα. Φυσικά και θα πλήρωνα φόρους υπέρ του κράτους, απλά λιγότερους, φυσικά και πολλοί θα κατανάλωναν περισσότερη βενζίνη άρα το κράτος πάλι θα κέρδιζε και ας είχε λιγότερο ποσοστό φόρου.
Πείτε μου εσείς με ποιον τρόπο θα μπορούσε το κράτος να μου δώσει αυτά τα 80 ευρώ που άμεσα και κάθε Τρίτη μου «αφαιρεί»; Με τα 40 ευρώ μεικτά στην αύξηση μισθού που μου υπόσχεται; Με ένα fuel pass 40 ευρώ μία φορά κάθε τρεις-τέσσερις μήνες; Σε καμία περίπτωση.
Προχθές έφερε ο μανάβης στο κατάστημα εστίασης που έχω στα Λαδάδικα τα πορτοκάλια και τα λεμόνια που παραγγείλαμε. Κοιτάζω το τιμολόγιο και «ζαλίστηκα». Τα λεμόνια κόστιζαν 4 ευρώ το κιλό ενώ παλαιότερα κόστιζαν 1,5 με 2. Λέω, λοιπόν, για πλάκα: «καλά ρε φίλε, λεμόνια αγοράσαμε. Όχι κοσμήματα», για να μου απαντήσει: «τι να σου πω; Ακρίβυναν όλα. Η βενζίνη έχει πάει 2 ευρώ». Γέλασα. Η τιμή των καυσίμων έχει γίνει η απόλυτη δικαιολογία για κάθε αύξηση τιμής, από τον καφέ και το φαγητό στην εστίαση μέχρι το μανάβικο και το λιανεμπόριο.
Μόνιμος χαμένος σε αυτήν τη μάχη, σαφώς και είναι ο καταναλωτής διότι με ένα συγκεκριμένο ποσό εισοδήματος τον μήνα βλέπει τα πάντα να ακριβαίνουν ανεξέλεγκτα. Μόνιμος κερδισμένος στην ίδια μάχη, σαφώς και είναι τα καρτέλ, οι μεγάλες εταιρείες που αυξάνουν απίστευτα τους τζίρους και τα κέρδη τους!
Και το κράτος τι κάνει; Υποκρίνεται πως δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα το πρόβλημα «διότι ο πόλεμος, η παγκόσμια κρίση και μπλα μπλα μπλα», ενώ στην ουσία «ανέχεται» και «ενθαρρύνει» την ακρίβεια διότι έτσι έχει περισσότερα έσοδα από φόρους. Ακριβότερη τιμή προϊόντος σημαίνει μεγαλύτερο ΦΠΑ. Μεγαλύτερα κέρδη στις μεγάλες επιχειρήσεις σημαίνει μεγαλύτερα ποσά φόρων.
Έτσι προκύπτουν τα πλεονάσματα και όχι από χρήστη διαχείριση των εσόδων. Όχι από τον περιορισμό των εξόδων. Γι’ αυτό λέμε πως «οι αριθμοί ευημερούν και οι πολίτες υποφέρουν». Γι’ αυτό και -σύντομα- η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα τιμωρηθεί από τους πολλούς ανίσχυρους ανθρώπους.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 12-13.09.2026