Το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Γαλ. 6:11-18) μας οδηγεί στην καρδιά της Παύλειας θεολογίας: στον Σταυρό ως το γεγονός που αλλάζει ριζικά τον άνθρωπο και τον κόσμο. Απέναντι στο καύχημα εκείνων που επιμένουν στην περιτομή, ο Απόστολος Παύλος αντιπαραθέτει το δικό του μοναδικό καύχημα: «σε μένα ας μη συμβεί ποτέ να καυχηθώ για τίποτε άλλο παρά μόνο για τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Γαλ. 6:14). Ο Σταυρός δεν αποτελεί, επομένως, απλώς ένα σύμβολο ευσέβειας· είναι το όριο ανάμεσα στον παλαιό και στον νέο τρόπο υπάρξεως.
Γι’ αυτό και ο Απόστολος καταλήγει στη συγκλονιστική διακήρυξη: «Γιατί μέσα στον Χριστό Ιησού ούτε η περιτομή έχει καμιά σημασία ούτε η ακροβυστία, αλλά η καινούργια δημιουργία» (Γαλ. 6:15). Η περιτομή και η ακροβυστία αντιπροσώπευαν δύο διαφορετικούς κόσμους, δύο θρησκευτικές και πολιτισμικές ταυτότητες.
Ο Παύλος δεν αντικαθιστά απλώς τη μία με την άλλη. Διακηρύσσει ότι, μπροστά στο σωτηριώδες έργο του Χριστού, οι εξωτερικές διακρίσεις χάνουν την απόλυτη αξία τους. Το αποφασιστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι σε ποια θρησκευτική κατηγορία ανήκουμε (παραδοσιακός ή νεωτεριστής), αλλά αν έχουμε γίνει «καινή κτίση». Ο Χριστός δεν καταργεί απλώς έναν παλαιό θρησκευτικό τύπο· εγκαινιάζει έναν νέο άνθρωπο, στον οποίο οι διαχωρισμοί υποχωρούν μπροστά στην ενότητα της χάριτος: «δεν υπάρχει Ιουδαίος ούτε Έλληνας… γιατί όλοι είστε ένας μέσα στον Χριστό Ιησού» (Γαλ. 3:28).
Την ίδια αλήθεια εκφράζει σαφέστερα σε άλλη επιστολή: «Όποιος ανήκει στον Χριστό είναι καινούργια δημιουργία· τα παλιά πέρασαν, όλα έχουν γίνει καινούργια» (Β’Κορ. 5:17). Η «καινότητα» αυτή έχει ως αφετηρία το Βάπτισμα, όπου ο άνθρωπος συμμετέχει μυστηριακά στον θάνατο και στην Ανάσταση του Χριστού: «θαμμένοι μαζί του με το βάπτισμα στον θάνατο… να ζήσουμε κι εμείς μια νέα ζωή» (Ρωμ. 6:4). Δεν πρόκειται για ηθική βελτίωση του παλαιού ανθρώπου, αλλά για αναγέννηση ολόκληρης της υπάρξεως μέσα στη χάρη.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας το συγκεκριμένο χωρίο, θαυμάζει τη δύναμη του Σταυρού, επειδή οδήγησε τον Παύλο πέρα από τις παλαιές θρησκευτικές διακρίσεις και τον έκανε να θεωρεί την περιτομή και την ακροβυστία εξίσου ανίσχυρες μπροστά στα «καινούργια και θαυμαστά» του Χριστού (PG 61, 679). Και ο Θεοδώρητος Κύρου προσδίδει στην «καινή κτίση» εσχατολογικό βάθος, συνδέοντας την κυριολεκτική της πληρότητα με την μεταμόρφωση των πάντων κατά την ανάσταση των νεκρών (PG 82, 504D).
Η νέα δημιουργία, επομένως, είναι ήδη παρούσα και συγχρόνως αναμενόμενη. Αρχίζει τώρα, όταν ο πιστός αποβάλλει «τον παλαιό άνθρωπο» και ενδύεται «τον καινούργιο, που ανανεώνεται σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού του» (Κολ. 3:9-10), και θα ολοκληρωθεί στη Βασιλεία, όταν ο Θεός θα πει: «Ιδού, τα κάνω όλα καινούργια» (Αποκ. 21:5).
Μπροστά, λοιπόν, στον Σταυρό του Χριστού που υψώνεται μπροστά μας, καλούμαστε όχι απλώς να τιμήσουμε ένα ιερό σύμβολο, αλλά να ελέγξουμε τη ζωή μας. Μήπως στηριζόμαστε και εμείς σε εξωτερικά γνωρίσματα, σε τύπους, τίτλους ή θρησκευτικές βεβαιότητες, χωρίς εσωτερική μεταμόρφωση; Το μέτρο του Ευαγγελίου είναι απαιτητικότερο: «πίστη που ενεργεί με αγάπη» (Γαλ. 5:6). Μόνο τότε η πίστη παύει να είναι εξωτερικό γνώρισμα και μεταμορφώνεται σε νέα ζωή· γίνεται πράγματι «καινή κτίσις».
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 12-13.09.2026