Νάντια Αργυροπούλου: Η Μπιενάλε 9 έχει αναγνωρίσει την πραγματικότητα της σύγκρουσης

Η επιμελήτρια της έκθεσης μιλάει στο emakedonia.gr και εξηγεί γιατί πρέπει να αλλάξουν «όλα» και τι τελικά σημαίνει αυτό

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

Με κεντρικό σύνθημα την επιτακτική φράση «Όλα πρέπει να αλλάξουν. ΡΝΣ9», η 9η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, που ολοκληρώνεται σήμερα, Κυριακή 5 Ιουλίου, επιχείρησε να συγκρουστεί, να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της τέχνης με την κοινωνία, να αμφισβητήσει την κυρίαρχη αισθητική. Με φόντο τρεις χαρακτηριστικούς χώρους της πόλης -το MOMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, δύο περίπτερα της ΔΕΘ και τη Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου- έφερε σε διάλογο με τη Θεσσαλονίκη περισσότερους από 60 καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

nantia-nadia-argyropoulou-biennale-9-ola-prepei-na-allaxoun-ioulios-2026401.jpg?v=0

Μέσα από εγκαταστάσεις, βίντεο, περφόρμανς, αρχειακό υλικό και συλλογικές δράσεις, πραγματεύτηκε τις έννοιες της σύγκρουσης, της αλληλεγγύης, της αντίστασης και της δυνατότητας ενός διαφορετικού κοινωνικού φαντασιακού. Μακριά από την εκ του ασφαλούς καταγραφή της επικαιρότητας, η φετινή διοργάνωση του MOMus επιδίωξε να παρέμβει ενεργά στον δημόσιο διάλογο, εφαρμόζοντας στην πράξη το αίτημα της αλλαγής.

Λίγο πριν την αυλαία της διοργάνωσης, η επιμελήτρια της έκθεσης, Νάντια Αργυροπούλου, μιλάει στο emakedonia.gr και εξηγεί γιατί πρέπει να αλλάξουν «όλα», και τι τελικά σημαίνει αυτό. 

Ο τίτλος «όλα πρέπει να αλλάξουν» φέρει μια αίσθηση «επείγοντος». Πώς μπορεί η σύγχρονη τέχνη να λειτουργήσει ως πραγματικό εργαλείο μετασχηματισμού και όχι απλώς ως σχολιασμός της επικαιρότητας;

Ίσως αν πάψουμε να την αντιλαμβανόμαστε σαν εργαλείο οποιουδήποτε είδους: απόκτησης κύρους και χρημάτων, άσκησης επιρροής και επιβολής εξουσίας, αλλαγής του ενός status quo για κάποιο άλλο. Την Μπιενάλε 9 ενδιαφέρει ιδιαίτερα το πρόβλημα της εργαλειοποίησης των πάντων, η έννοια της χρησιμότητας με την οποία επενδύονται τα πράγματα προκειμένου να συσσωρεύουν κεφάλαιο συμβολικό ή πραγματικό για λίγους και από τα πάνω.

nantia-nadia-argyropoulou-biennale-9-ola-prepei-na-allaxoun-ioulios-2026421.jpg?v=0

Η αίσθηση επείγοντος της Μπιενάλε αυτής δεν διακηρύσσεται απλά αλλά υλοποιείται στην ριψοκίνδυνη ανάμιξή της σε πράγματα της πόλης στην οποία φιλοξενείται (συγκρούσεις, τόπους, συνήθειες και ιστορίες) και στην ακόμη πιο ριψοκίνδυνη αναμόχλευση των πραγμάτων αυτών έτσι ώστε να εμπλακούν με άλλα αντίστοιχα αλλού, παντού. Έτσι η Μπιενάλε 9 ερευνά επί του πεδίου την έννοια της «αισθητικής κοινωνικότητας», της εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης που αυτή προϋποθέτει και εξασφαλίζει.

Προτείνει τρόπους άρνησης, φυγής, ρήξης καθώς τα εμπεδώνει η ίδια στην διάρκειά της με κόστος και προσπάθεια. Εμπεριέχει περιπτώσεις απολαυστικής μαχητικότητας μέσα από έργα και δράσεις και κατοικεί στα σταυροδρόμια των αντιφάσεων της ζωής μας, στα ερείπια όπου «παίρνουν μορφή οι εικοτολογικές μυθοποιίες μιας χειραφετικής μελλοντικότητας». Όπως σημειώνει ο συνομιλητής της επιμέλειας, καθηγητής T.J. Demos «Πρόκειται για σημεία αντίφασης όπου η αισθητική γίνεται καταστασιακή, τακτική – ένα πεδίο για αγώνα. Στο σημείο σύγκλισης τέχνης και πολιτικής, το ερώτημα δεν είναι αν είναι δυνατή η αντίσταση, αλλά πώς αυτή θα συγκροτηθεί τώρα, με ποιο κόστος, για ποιον.»

Το «όλα πρέπει να αλλάξουν» συνεπάγεται το «τίποτα δεν πρέπει να μείνει ίδιο;»

Η Μπιενάλε 9 ερευνά την παγκόσμια δημοφιλία του αιτήματος και την έκπτωσή του κάτω από την εξάντληση της γλώσσας σε αυτή τη στιγμή πολυκρίσεων του 21ου αιώνα. Πρόκειται για μια φράση που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, κραδαίνεται εξίσου από κοινωνικούς επαναστάτες και από τεχνοφεουδάρχες, από διωκόμενους ακτιβιστές και από φασίζοντες δημαγωγούς, από αντίπαλες κοινωνικές τάξεις και από αντιδιαμετρικές συλλογικές μορφές έκφρασης, από αντικουλτούρες και από τη θεσμική προπαγάνδα, από το ρίσκο των δρόμων και από την μετα-αλήθεια του διαδικτύου.

H Μπιενάλε 9 μπαίνει συνειδητά στον κυκεώνα των αντιφάσεων και αδιεξόδων που γεννά η τελετουργική σχεδόν επανάληψη του αιτήματος για να τονίσει τις αρνήσεις, τη ριζοσπαστική νοημοσύνη, την καθημερινή παρουσία, το sentipensar (σκέπτεσθαι-αισθάνεσθαι) που απαιτεί η προσπάθεια να βγούμε από αυτόν για την ελευθερία όλων, για να κερδηθεί η δυνατότητα της διαφοροποίησης χωρίς διαχωρισμό.

Η underground αισθητική που κυριαρχεί αμφισβητεί την υψηλή και αναγνωρισμένη τέχνη; Την αποδομεί συνειδητά; Δεν αυτοαναιρείται το «περιθωριακό» όταν μπαίνει σε θεσμικό πλαίσιο;

Είμαι κάπως επιφυλακτική με πλαισιώσεις του τύπου “underground”, «αντικουλτούρα» κλπ αν και καταλαβαίνω ότι έχουν χρησιμοποιηθεί για να μελετηθούν ιστορικά αντι- ή εξω-θεσμικές μορφές έκφρασης. Η δική μου πολύχρονη επαφή με δημιουργούς εκτός του κυρίαρχου συστήματος με έμαθε ότι εξαιρετικά σπάνια διεκδικούν οι ίδιοι τέτοιες κατηγοριοποιήσεις. Συνήθως αυτές είναι μορφές οδοφραγμάτων που τοποθετούνται από όσους επιθυμούν να κατέχουν μια μοναδική είσοδο στις περιοχές αυτές (gatekeeping).

Από την άλλη το να μην αναπαριστάς ή να μην εκπροσωπείς λόγο που δεν σου ανήκει, το να φροντίζεις δηλαδή για την θολότητα που τα σώματα επιθυμούν, είναι απαραίτητη προϋπόθεση κάθε ουσιαστικού θεωρητικού και επιμελητικού εγχειρήματος.

Στην Μπιενάλε 9 παρουσιάζονται αρχεία και έργα δημιουργών που προκάλεσαν ουσιαστικές κοινωνικές, καλλιτεχνικές και πολιτικές ρήξεις, και το κάνει με την συνεργασία των ιδίων ή των οικογενειών τους. Δεν πρόκειται για την υιοθέτηση μιας αισθητικής αλλά για τις δυνατότητες ανατροπής της κρατούσας αντίληψης για την αισθητική.

Το χιούμορ πολλών από τους δημιουργούς αυτούς είναι υψηλότατη μορφή τέχνης γιατι ενεργεί σαν κώχη, έχει την αναρχία της γωνίας που δεν αρνείται κανέναν, αρκεί να μοιράζεται τη σημασία της απείθαρχης κίνησης.

nantia-nadia-argyropoulou-biennale-9-ola-prepei-na-allaxoun-ioulios-2026461.jpg?v=0

Η αισθητική της σύγκρουσης είναι επίσης κυρίαρχη σε όλη την έκθεση. Θεωρείτε την σύγκρουση απαραίτητη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό και αν ναι, απέναντι σε ποιον/τι και με ποια μορφή.

Η έκθεση έχει αναγνωρίσει την πραγματικότητα της σύγκρουσης όπως μαίνεται στους δρόμους, στις γενοκτονικές πολιτικές, στον εξτρακτιβιστικό καπιταλισμό, στην φασιστική χρήση των τεχνολογιών, στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Και το έχει κάνει αμφισβητώντας με πολλούς τρόπους τις τελετουργίες και τους μύθους που θεωρούν τη βία μονόδρομο.

Η κοινωνική ποιητική της έκθεσης και των έργων της επιχειρεί διαδοχικές διαθλάσεις προς αυτό που η κβαντική φυσική έχει αποδείξει ότι είναι απολύτως εφικτό: διαφοροποίηση χωρίς διαχωρισμό. Ωστόσο κάτι τέτοιο προϋποθέτει ισοδύναμα συστήματα και την ελευθερία ως κοινή επιδίωξη. Όπως διαπιστώνουμε σήμερα η εξουσία και βία της ισχύος αφανίζει την αναπαράσταση, αμβλύνει έως της εξαφάνισής της την αντίληψη. Σκρολάρουμε στην καταστροφή κάθε μέρα στους δρόμους όπως δείχνει το εξαιρετικό έργο της Agnieszka Polska στην Μπιενάλε. Και διαλέγουμε να αντιπαρατεθούμε για τα απολύτως ασήμαντα και αχρείαστα με τους εμφανώς πιο αδύναμους.

Η περίπτωση του βιβλίου της Saidiya Hartman από το οποίο εμπνέεται (ανάμεσα σε άλλα) η έκθεση δείχνει μέσα από καθημερινές ιστορίες απλών γυναικών τα διαφορετικά μονοπάτια που δημιουργούν ενώ ζουν «το παράδοξο της δέσμιας δημιουργίας, την εμπλοκή απόδρασης και εγκλεισμού, διαφυγής και αιχμαλωσίας».

Το γεγονός ότι αυτή η έκθεση υλοποιείται από κρατικούς φορείς δείχνει ότι οι «συγκρούσεις» αυτές μπορούν να γίνουν και με θεσμικά «όπλα»;

Δεν θα χρησιμοποιούσα τον όρο «όπλα» για πολλούς λόγους αλλά κυρίως γιατί οι κρατικοί φορείς έχουν την ευθύνη να ανοίγονται με ειλικρίνεια και γενναιοδωρία, με ρίσκο και φροντίδα στα κοινά, στα υποκοινά και στους ανταγωνισμούς που θάλλουν εκεί. Τα μουσεία δεν είναι οι καφετέριες και το εμπόρευμα των καταστημάτων τους, ούτε καν οι λιγότερο ή περισσότερο καλές εκθέσεις τους αλλά η εμπλοκή τους με τα αιτήματα της ζωής στην οποία μετέχουν αληθινά και επίμονα. Υπάρχει ανάγκη ακόμη και στοιχεία της οικονομίας να γίνουν κομμάτια της ζωής αυτής αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ανάγκη αναγνωρίζεται και ενσωματώνεται λέει τα πάντα για την φαντασία και λειτουργία ενός θεσμού, για τον τρόπο που κατανοεί τις συγκρούσεις χωρίς να τις απομειώνει.

nantia-nadia-argyropoulou-biennale-9-ola-prepei-na-allaxoun-ioulios-2026501.jpg?v=0

Η έκθεση εκτείνεται στο MOMus, τους χώρους της ΔΕΘ και τη Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου - τρία χαρακτηριστικά τοπόσημα για την αισθητική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης. Τρεις χώροι φαινομενικά ασύμβατοι που μοιάζουν να συμπυκνώνουν οικουμενικές αντιφάσεις (τον θεσμικό πολιτισμό, το μεταβιομηχανικό/εμπορικό παρελθόν και παρόν και την οικολογική πληγή του περιθωρίου). Με ποιον τρόπο αυτή η "σύγκρουση" των τριών προσώπων της πόλης εισβάλλει στο περιεχόμενο της Μπιενάλε και τι αντιπροσωπεύει τελικά η Θεσσαλονίκη υπό αυτό το πρίσμα;

Η έκθεση εμπλέκεται συνολικά με την συγκυρία, την γεωγραφία, την ιστορία, τη ζωή της πόλης. Δεν αντιλαμβάνεται τα στοιχεία της ως αντιθετικά και ασύμβατα με στερεοτυπικό ή συγκαταβατικό τρόπο αλλά ως μέλη ενός σώματος που πρέπει να περπατήσει και να γνωρίσει κανείς.

Ως στοιχεία που πρέπει να κατανοηθούν και φροντιστούν. Αυτή ακριβώς η συγκυρία ταπεινώνει την θεωρία κάθε έκθεσης με την έννοια ότι θυμίζει την αδύνατη οικειότητα που η επίσκεψη της επιδιώκει. Την κατανόηση του «Μητέρα Θεσσαλονίκη» του Πεντζίκη, τα αναθέματα του Χρηστάκη και του Χριστιανόπουλου, τον «Δύσκολο Θάνατο» του Ασλάνογλου. Το έργο των VASKOS για την Μπιενάλε 9 με τίτλο «Από τον Βαρδάρη στην Ομόνοια» μελετά με σώματα και στίχους την απόσταση αυτή. Η Μπιενάλε επικαλείται την φοβερή ιστορία του ραδιοφώνου στην Θεσσαλονίκη και μεταδίδει από και προς την πόλη χωρίς να καμώνεται ότι την ξέρει. Αναρωτιέται για τις πυγολαμπίδες στο Δέλτα του Αξιού και την χαμένη αντίσταση που έχει θρηνήσει στην εξαφάνισή τους ο Παζολίνι, ποιητής αγαπημένος της ίδιας πόλης που σκοτώνεται στα γήπεδα και κυνηγά τα κουήρ παιδιά της.

Η Μπιενάλε 9 γιόρτασε με τις θηλυκότητες του Rap Riot (Θεσσαλονικιές και μη), με αυτοοργανωμένες ομάδες ποδοσφαίρου (Θεσσαλονικιώτικες και όχι), με άναρχες και ατελείς συγκατοικήσεις τις μέρες της στην πόλη. Μπήκε στον κόπο του εδώ χωρίς να παραμελήσει την πραγματικότητα του αλλού. Δεν ξέρω πόσο η πόλη μπήκε στον κόπο τον δικό της. Αλλά αυτό είναι μια ιστορία που δεν έχει ακόμη ειπωθεί. Και ευτυχώς δεν είναι μόνο μία.

Πιστεύετε πως η Τεχνητή Νοημοσύνη απειλεί την ανθρώπινη διάνοια ή αντιθέτως δύναται να την ενισχύσει; Μήπως η Μπιενάλε 9, προτάσσοντας μια οργανική και "απείθαρχη" νοημοσύνη, προσπαθεί να διασώσει την ανθρώπινη ιδιαιτερότητα απέναντι στον αυτοματισμό;

Πιστεύω ότι η συγκέντρωση της εξουσίας σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη στα χέρια λίγων τεχνο-ολιγαρχών είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τον κόσμο, τον πλανήτη, όλα τα είδη και όχι μόνο τον άνθρωπο. Δεν πρόκειται λοιπόν για την δημιουργία και λειτουργία της TN και το τεράστιο άλμα που αναμφισβήτητα γίνεται στην εκπαίδευση μηχανών και δικτύων αλλά στις πολιτικές που σχετίζονται με αυτά, στα συμφέροντα, την κοινωνική βία και οικονομική αδικία, την υπεραπλούστευση σχέσεων συνδιαλλαγής, την ποσοτικοποίηση και ομογενοποίηση που προκύπτει από τέτοιους συσχετισμούς, την εξτρακτιβιστική λογική στην συσσώρευση των data, την εκμετάλλευση κάθε είδους οικοσυστημάτων. Στο βιβλίο της έκθεσης θα ασχοληθεί εκτενέστερα με αυτό αλλά προς το παρόν θα ήθελα να παραπέμψω στο βιβλίο του Dan McQuillan, Resisting AI: An Anti-fascist Approach to Artificial Intelligence όπου αναλύεται εξαιρετικά το πώς έχει αποτελέσει ένα από τα προβλήματα που βασίζονται σε ατελείς υποθέσεις και συγκεκριμένες ατζέντες όπου απλώς επαναλαμβάνονται τα ίδια ασαφή στοιχεία υποκινούμενα από τους λίγους και ισχυρούς. Ο McQulillan εξετάζει την δυναμική μιας μη-φασιστικής Τεχνητής Νοημοσύνης η οποία θα λάμβανε υπόψη της το δυνατό και όχι το πιθανό. Που δεν θα είχε περιοριστικά ωφελιμιστικές στοχεύσεις αλλά την ενημέρωση και ενδυνάμωση ολόκληρων λαών. Ξέρουμε ήδη τις καταστροφικές συνέπειες της φτώχειας, του ρατσισμού, της συστημικής εγκατάλειψης και είναι αυτά τα ανεπίλυτα που πρέπει να απασχολήσουν την ΤΝ. Όπως επισημαίνει, και μπορούμε να αναγνωρίσουμε στα έργα και τις επιμελητικές επιλογές της Μπιενάλε 9 - η οποία δεν χρησιμοποίησε εργαλεία ΤΝ σε μεταφράσεις και κείμενά της αλλά στηρίχτηκε απόλυτα σε εργαζόμενους και συνεργάτες -  «μια μη-φασιστική ΤΝ είναι ένα πρότζεκτ βασισμένο στην αλληλεγγύη, στην από κοινού βοήθεια και φροντίδα. Δεν χρειαζόμαστε αυτόνομα μηχανήματα αλλά τις τεχνικές που αποτελούν κομμάτι του κινήματος για κοινωνική αυτονομία και ελευθερία».

Η Νάντια Αργυροπούλου
Η Νάντια Αργυροπούλου

Διεκδικήσατε απόλυτη ανεξαρτησία στην επιμέλεια της έκθεσης και αρνηθήκατε «γενοκτονικούς» χορηγούς από τη βιομηχανία όπλων, τα ορυκτά καύσιμα ή εταιρείες που συνδέονται με το Ισραήλ. Σας κόστισαν αυτές οι επιλογές; Τι είδους συμβιβασμούς ή ελλείψεις κληθήκατε να διαχειριστείτε;

Μεγάλη ευθύνη για την αποστασιοποίηση μεγάλου μέρους του κοινού από μια σχέση με την τέχνη που θα την συνδέει με τη ζωή ουσιαστικά και σε όλη τη μεταμορφική της δυναμική έχει η ασυμβατότητα ανάμεσα σε αυτό που λένε και σε αυτό που κάνουν όσοι εμπλέκονται στα διαφορετικά πεδία της. Είναι το λιγότερο θλιβερό να επικαλούμαστε με έργα και δράσεις την καταστροφή του περιβάλλοντος και να χορηγούμαστε από εταιρείες ορυκτών καυσίμων, να μιλάμε για την συντριπτική αλήθεια της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη και να δίνουμε βήμα στην κυβέρνηση του Ισραήλ που την επιβάλει. Έχω απόλυτη επίγνωση των πλαισίων μέσα στα οποία εργαζόμαστε όλ@ μας και στις εμπλοκές και διασυνδέσεις που θολώνουν τα πράγματα. Άλλωστε η έκθεση συνολικά εξετάζει το «παράδοξο της δέσμιας δημιουργίας, την εμπλοκή απόδρασης και εγκλεισμού, διαφυγής και αιχμαλωσίας» για το οποίο μιλάει η Χάρτμαν αναφερόμενη βέβαια σε ένα άλλο ιστορικό και κοινωνικό συγκείμενο. 

Όπως έχει ήδη επισημανθεί στο πρώτο δελτίο τύπου της “Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο αγώνας μας για απελευθέρωση δίνεται με τη γλώσσα του φιλελευθερισμού” (Fred Moten). 

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε τα μικρά και σημαντικά σημεία αντίστασης, άρνησης, διαφυγής που είναι αναγκαία για το καλό των πολλών. Η Μπιενάλε 9 έθεσε ορισμένα όρια και αυτό πάντα έχει συνέπειες σε όσα μας προσφέρονται και μας αρνούνται, σε όσα μας περιλαμβάνουν και μας αποκλείουν, σε πεδία μακροπρόθεσμα. Δεν πρόκειται για ηθικολογία, έπαρση και διδακτισμό αλλά για πραγματική προσπάθεια, πράξη πάνω στην ποιηθική την οποία η Μπιενάλε ερευνά με κάθε τρόπο. Δάνειο από σπουδαίους διανοητές όπως η Denise Ferreira da Silva η οποία μέσα από τα “black feminist poethics” (Μαύρη, φεμινιστική ποιηθική) αναζητά τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να τελειώσουν οι κόσμοι που κατασκευάστηκαν σε βάρος άλλων. 

Καταλαβαίνω από τις αντιδράσεις ότι είναι ενοχλητικό αυτό, κυρίως γιατί είναι ανησυχητικό για όσους έχουν ενσωματώσει απόλυτα συμβιβασμούς και εφησυχασμούς και έχουν αγαπήσει τα δεσμά τους από ανάγκη, φόβο ή οκνηρία. Είναι η επιλογή μιας ρήξης στη θέση μιας νεκροζώντανης διαπραγμάτευσης. Αλλά ας σκεφτούμε ότι εξαρχής, επίμονα, ακόμη και ατελώς, η Μπιενάλε 9 αναζήτησε το κοινωνικό αλλιώς, την αγαπητική δέσμευση και την απείθαρχη κίνηση που το κάνει δυνατό.

Δείτε το πρόγραμμα της 9ης Μπιενάλε εδώ.

φωτό: Όλγα Δέικου και Φώτης Βλαχάκης


Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA