Η εορτή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου αποτελεί, κάθε χρόνο, μία πολύτιμη ευκαιρία να στοχαστούμε όχι μόνο πάνω στο πρόσωπο και το έργο του μεγάλου αυτού Πατέρα και Διδασκάλου της Εκκλησίας, αλλά και πάνω στη θεολογία του, όπως αυτή φωτίζεται και ερμηνεύεται μέσα από το αποστολικό ανάγνωσμα (Εβρ. 7:26-28, 8:1-2) που διαβάζεται στη μνήμη του. Στο χωρίο από την προς Εβραίους επιστολή (7:26) ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο μοναδικός και τέλειος Αρχιερέας, «όσιος, άκακος, αμίαντος, κεχωρισμένος από των αμαρτωλών», Εκείνος που δεν προσέφερε θυσία αλλότρια, αλλά τον ίδιο Του τον εαυτό «εφάπαξ», μία φορά και για πάντα.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος υπήρξε βαθύς ερμηνευτής της θείας Οικονομίας και του μυστηρίου της σωτηρίας του ανθρώπου. Η θεολογία του δεν αποτελεί αφηρημένη φιλοσοφική σκέψη, αλλά γεννιέται μέσα από το εκκλησιαστικό βίωμα και την εμπειρία του Χριστού ως ζώντος Αρχιερέα και Σωτήρα.
Όπως το αποστολικό ανάγνωσμα τονίζει ότι ο Χριστός δεν έχει ανάγκη να προσφέρει θυσία για τις δικές Του αμαρτίες, έτσι και ο Γρηγόριος διακηρύσσει με πάθος την αναμαρτησία Του και την πλήρη θεότητα Του. Μόνο επειδή ο Χριστός είναι ταυτόχρονα αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος μπορεί να γίνει και ο μόνος αληθινός μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.
Η ζωή του αγίου Γρηγορίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν την αλήθεια. Δεν επεδίωξε αξιώματα ούτε τιμές και διακρίσεις· αντιθέτως, συχνά επέλεγε τη σιωπή και την άσκηση.
Κι όμως, η Εκκλησία τον κάλεσε σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές να γίνει ποιμένας και διδάσκαλος, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπερασπίστηκε το δόγμα της Αγίας Τριάδος απέναντι στην αίρεση και την πλάνη, ανταποκρινόμενος με προθυμία και γνήσια ταπείνωση, μακριά από κάθε πνεύμα κομπασμού ή αυταρέσκειας, που συχνά συνοδεύει όσους νομίζουν ότι κατέχουν αποκλειστικά την αλήθεια.
Ο Γρηγόριος δε λησμονεί ότι η αληθινή διδασκαλία δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα, αλλά συμμετοχή στο έργο του Χριστού, του μόνου αληθινού Αρχιερέα.
Αυτή ακριβώς την πραγματικότητα επισημαίνει και το αποστολικό ανάγνωσμα όταν αντιπαραβάλλει τον νόμο -που καθιστά αρχιερείς ανθρώπους «έχοντας ασθένειαν»- με τον λόγο της θείας ορκωμοσίας που αναδεικνύει τον Υιό «εις τον αιώνα τετελειωμένον».
Η αναφορά αυτή δεν οδηγεί σε απαξίωση της ανθρώπινης φύσης, αλλά σε ρεαλιστική επίγνωση της αδυναμίας της. Η ανθρώπινη φύση, τραυματισμένη από την πτώση, δεν μπορεί να φτάσει από μόνη της στην τελείωση. Γι’ αυτό και ο αληθινός θεολόγος και ποιμένας δεν στηρίζεται στις φυσικές του ικανότητες, αλλά μαθητεύει στην ταπείνωση και αφήνει χώρο να ενεργήσει η θεία Χάρη μέσα του.
Στο πλαίσιο αυτό, η θεολογία του αγίου Γρηγορίου γίνεται διαρκής πρόσκληση σε μετάνοια και πνευματική εγρήγορση. Η ανθρώπινη αδυναμία δεν καταργείται, αλλά μεταμορφώνεται όταν ενώνεται με τον Χριστό, τον «εις τον αιώνα τετελειωμένον» Υιό, και μόνο αληθινό Αρχιερέα.
Σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο σύγχυσης και πνευματικής κόπωσης, ο άγιος Γρηγόριος μάς υπενθυμίζει ότι η αληθινή θεολογία γεννιέται από την καθαρότητα της καρδιάς και την ταπείνωσηꞏ και το αποστολικό ανάγνωσμα μας δείχνει το θεμέλιο αυτής της θεολογίας: όχι κάποιον άνθρωπο, αλλά τον ίδιο το Χριστό, τον «εφάπαξ» θυσιασθέντα και αιώνιο Αρχιερέα, στον οποίο η Εκκλησία ζει, πιστεύει και ελπίζει.