Τα κυριακάτικα πρωινά -εκείνα που τα εμπορικά μαγαζιά είναι κλειστά- στο κέντρο της Θεσσαλονίκης κυκλοφορούν μόνον τα αφεντικά σκυλιών που τα βγάζουμε την πρωινή τους βολτίτσα και τουρίστες. Άντε και μερικοί ηλικιωμένοι που κατευθύνονται βιαστικά προς κάποια από τις πάμπολλες εκκλησίες για να προλάβουν τη θεία λειτουργία.
Τα τελευταία χρόνια, η παρουσία τουριστών στη Θεσσαλονίκη είναι περισσότερο από αισθητή. Σε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας γκρουπάκια επισκεπτών με τους ξεναγούς τους, περιφέρονται στο ιστορικό κέντρο παρατηρώντας τα αποτυπώματα της ανθρώπινης παρουσίας δεκάδων αιώνων στην πόλη.
Τα πρωινά των Κυριακών, περιδιαβαίνοντας στο κέντρο της πόλης, όπου και να ρίξεις το βλέμμα σου, βλέπεις τουρίστες. Δεν είναι μόνον τα γκρουπάκια δυτικοευρωπαίων -κυρίως συνταξιούχων- με τους ξεναγούς τους, αλλά ζευγαράκια, οικογένειες με παιδιά, ολιγάριθμες παρέες νέων ανθρώπων, που έρχονται στην πόλη για city break. Ένα διήμερο ξεγνοιασιάς από τις σκοτούρες της καθημερινότητάς τους, εκμεταλλευόμενοι τα φτηνά εισιτήρια των αεροπορικών εταιριών χαμηλού κόστους και τις επίσης καλές τιμές των καταλυμάτων (Ξενοδοχεία και Airbnb). Γεμίζουν τα καφέ, τις ταβέρνες, τα μπαράκια και αρκετοί από αυτούς ψωνίζουν και το κάτι τις από την έτσι κι αλλιώς ανταγωνιστική- σε ότι αφορά στις τιμές- εμπορική αγορά της πόλης.
Το ότι θα κοπούν οι επισκέπτες του σαββατοκύριακου από τις ευρωπαϊκές χώρες, θα είναι η μια αρνητική επίπτωση για την τοπική οικονομία από την αποχώρηση της RYANAIR από το αεροδρόμιο «Μακεδονία».
Η άλλη αρνητική επίπτωση, έγκειται στο ότι οι νέοι μας θα χάσουν την ευκαιρία που απολαμβάνουν τα τελευταία χρόνια-μετά την απομόνωση της πανδημίας- να ταξιδεύουν στην Ευρώπη για να… ξεστραβωθούν. Να γνωρίζουν άλλες χώρες, να δουν πώς ζουν εκεί οι άνθρωποι, να παρατηρήσουν ομοιότητες και διαφορές με τη δική μας οργάνωση και λειτουργία των πόλεων.
Οι άνθρωποι της γενιάς μου, θεωρούσαμε ότι δύο είναι οι κατηγορίες των ανθρώπων: οι Έλληνες και οι ξένοι. Οι συνομήλικοί μου ταξιδέψαμε για πρώτη φορά στο εξωτερικό στην καλύτερη περίπτωση κάπου την τρίτη δεκαετία της ζωής μας. Μέχρι τότε μόνον από το σινεμά και την τηλεόραση βλέπαμε πως εκεί έξω δεν τρώνε βελανίδια αλλά είναι εκατό χρόνια μπροστά σε όλα από εμάς.
Οι νέοι μας, εκμεταλλευόμενοι τις αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους, δυο και τρείς φορές τον χρόνο πετιούνται για δυο- τρεις μέρες σε μια πόλη της δυτικής Ευρώπης και…ανοίγουν τα μάτια τους. Γίνονται κοσμοπολίτες. Δεν χρειάζονται πολλά χρήματα για κάτι τέτοιο. Φτάνουν εκατό ευρώ για πάνε έλα (με ένα σακίδιο) και άλλα τόσα για ένα δωμάτιο (για δύο ή τρεις) το βράδι για να ξεφύγουν, να αλλάξουν παραστάσεις, να αποκτήσουν εμπειρίες. Ούτε βίζες, ούτε υψηλό κόστος, ούτε πολύμηνη οργάνωση, ούτε ταξιδιωτικοί οδηγοί που απαιτούνταν τις προηγούμενες δεκαετίες. Με δυο- τρία κατοστάρικα στην τσέπη, μπορούν να απολαμβάνουν αυτό που οι γονείς τους για να το κάνουμε θα έπρεπε να το σχεδιάζαμε μήνες και να κάνουμε οικονομίες έναν χρόνο.
Αυτά δεν πρέπει να χαθούν. Ούτε οι επισκέπτες του σαββατοκύριακου που δίνουν οικονομική ένεση στις πόλεις μας, ούτε η ευκαιρία στους δικούς μας να… παγκοσμιοποιηθούν και να μεταφέρουν στην οπισθοδρομική ελληνική κοινωνία, τις καλές πρακτικές που βλέπουν στις χώρες της δυτικής Ευρώπης (με την οποία κυρίως συνδέει η RYANAIR το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης).
Θα το καταφέρουμε; Άντε να δούμε…
Η αναστάτωση που προκάλεσαν οι εξελίξεις γύρω από τη Ryanair και το ενδεχόμενο δραστικής συρρίκνωσης της παρουσίας της στη Θεσσαλονίκη μπορεί να έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, ωστόσο ανέδειξε και κάτι βαθιά θετικό: τα αντανακλαστικά μιας ολόκληρης πόλης που λειτούργησε σχεδόν ενστικτωδώς, στο ίδιο μήκος κύματος.
Από τους δημάρχους, τους επαγγελματίες του τουρισμού και της εστίασης μέχρι φορείς, επιχειρηματίες, ταξιδιώτες αλλά και απλούς πολίτες, η κοινή αγωνία για το αεροπορικό μέλλον της Θεσσαλονίκης δημιούργησε ένα σπάνιο κλίμα συναντίληψης και συνεργασίας. Και αυτό από μόνο του είναι αισιόδοξο. Γιατί αποδεικνύει πως η πόλη έχει πλέον καταλάβει τι σημαίνει εξωστρέφεια, σύνδεση με την Ευρώπη και σύγχρονη τουριστική ταυτότητα.
Άλλωστε, τα οφέλη από τη δυναμική παρουσία της Ryanair τα τελευταία χρόνια ήταν πολλαπλά και δύσκολα αμφισβητούνται. Η αεροπορική εταιρεία δεν μετέφερε απλώς Θεσσαλονικείς στο εξωτερικό με χαμηλό κόστος. Έφερε και κόσμο στην πόλη. Χιλιάδες επισκέπτες γνώρισαν τη Θεσσαλονίκη, περπάτησαν στην παραλία της, γέμισαν τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα μπαρ της, μίλησαν γι’ αυτήν, τη φωτογράφισαν και τη διαφήμισαν στα κοινωνικά δίκτυα και στις χώρες τους.
Η Θεσσαλονίκη, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, άρχισε να αποκτά πραγματικά κοσμοπολίτικα χαρακτηριστικά. Και αυτό δεν είναι υπερβολή. Για πολλά χρόνια, η πόλη είχε περιορισμένες και συχνά ακριβές αεροπορικές συνδέσεις. Οι τουριστικές και ταξιδιωτικές «ανταλλαγές» της βασίζονταν κυρίως σε χώρες των Βαλκανίων και στον οδικό τουρισμό.
Η Ryanair -όπως και άλλες low cost εταιρείες- άλλαξε αυτή την πραγματικότητα. Έφερε πιο κοντά χώρες που μέχρι τότε έμοιαζαν μακρινές ή οικονομικά απρόσιτες για τον μέσο Θεσσαλονικιό. Ξαφνικά, μια Ρώμη, μια Βαρκελώνη ή μια Βενετία μπορούσαν να γίνουν προορισμοί Σαββατοκύριακου με 50 ευρώ. Και ταυτόχρονα, η Θεσσαλονίκη άρχισε να υποδέχεται επισκέπτες από την Ιταλία, την Ισπανία και άλλες δυτικοευρωπαϊκές αγορές, ανθρώπους με διαφορετική ταξιδιωτική κουλτούρα, πιο απαιτητικούς αλλά και πιο εξωστρεφείς.
Σύμφωνα μάλιστα με το σχέδιο που διέρρευσε, η Ryanair φαίνεται πως προσανατολίζεται στη διατήρηση λίγων μόνο προορισμών από τη Θεσσαλονίκη, κυρίως προς χώρες όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Σλοβακία. Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα έχει μόνο οικονομικό αποτύπωμα. Δύναται να αλλάξει συνολικά τον τουριστικό και πολιτισμικό προσανατολισμό της πόλης, επηρεάζοντας το προφίλ του επισκέπτη αλλά και την ίδια την εξωστρέφεια της Θεσσαλονίκης.
Και βέβαια, υπάρχει και μια σκληρή πραγματικότητα που ίσως πολλοί επιλέγουν να ξεχνούν: αυτός είναι ο καπιταλισμός. Μια εταιρεία που δεν βλέπει το περιθώριο κέρδους που επιθυμεί, αποχωρεί ή περιορίζει τη δραστηριότητά της. Μετρά το ταμείο της στιγμής και όχι απαραίτητα τη μακροπρόθεσμη επίδραση σε μια τοπική οικονομία ή κοινωνία.
Ίσως τελικά αυτή η κρίση να είναι και μια αφορμή για έναν πιο σοβαρό προβληματισμό γύρω από το πώς διαχειριστήκαμε στρατηγικές υποδομές, όπως τα αεροδρόμια, και πόσο εξαρτημένοι είμαστε πλέον από τις αποφάσεις ξένων εταιρειών. Γιατί η εξωστρέφεια μιας πόλης δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στις διαθέσεις της αγοράς, αλλά χρειάζεται σχέδιο, πολιτική και μακροπρόθεσμο όραμα.
* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 10.05.2026