Οι ακρίτες. Της Σύνθιας Σάπικα

Τους αποχαιρετάς, όπως τους αποχαιρετάνε όλοι οι επισκέπτες. Και μένουν πάλι μόνοι, στην άκρη της χώρας να μας φυλάνε

Το Καστελλόριζο είναι πανέμορφο. Κοιτάς δεξιά, κοιτάς αριστερά και δεν το πιστεύεις. Από τη Μονή του Αγίου Γεωργίου η θέα σου κόβει την ανάσα. Εκεί εάν είσαι τυχερή ο φύλακας του μουσείου σού δείχνει τα δικά μας νησιά. Το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο που μοιάζει με φραντζόλα. Μετά είναι η Τουρκία. Νιώθεις περήφανη.

Πάνω στα βράχια, δεξιά και αριστερά, είναι ζωγραφισμένη η ελληνική σημαία. Σκαρφαλώνεις κοιτάζοντας αριστερά και φωτογραφίζεσαι μπροστά στη σημαία. Εσύ περηφανεύεσαι αλλά αυτοί οι άνθρωποι τη φυλάνε τη σημαία, με τη ζωή τους. Στην εσχατιά της Ελλάδας.

Στο Μουσείο ο φύλακας, που μοιάζει με εξερευνητή, αγαπάει το νησί. Ήταν συνδικαλιστής, απογοητεύτηκε από την πολιτική και επέλεξε αυτό το νησί, αυτούς τους ανθρώπους, αυτή τη θέα, αυτά τα βάσανα. Με δική του πρωτοβουλία ζητάει λεφτά για να συντηρήσει τα σάπια κάγκελα, να τακτοποιήσει τα πιθάρια, να φωτίσει τα αρχαία. Περιμένει την υπουργό Πολιτισμού χρόνια τώρα, να της δείξει τις ρωγμές στους τοίχους.

Στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου συναντάς φαντάρους που το συντηρούν. Ήταν ένας φαντάρος που καθάριζε το υπέροχο ψηφιδωτό δάπεδο, αλλά όταν το μάθανε ότι τόλμησε να το καθαρίσει του απαγόρευσαν να ξαναπάει. Έτσι το ψηφιδωτό ρημάζει. Ο φύλακας αγαπάει τη Μενδώνη, είναι η μοναδική υπουργός που παράγει έργο, σου λέει.

Ωστόσο, στον αρχαίο τάφο μού δείχνει πως κοιμούνται τα κατσίκια, οι πινακίδες είναι φαγωμένες από τον χρόνο, και το μουσείο παρατημένο στη σκόνη. Τι να κάνει ένας άνθρωπος μόνος του; Αναφορές στην προϊσταμένη του, απαντάς. Έχω κάνει πολλές σου λέει.

Ο υπεύθυνος στο Μουσείο των Γρίφων ήταν καθηγητής στην Αυστραλία. Πρέπει να έχει ψηλό δείκτη νοημοσύνης, και το μουσείο έχει υψηλό επίπεδο σκόνης. Ωστόσο, μαγεύεσαι. Σου δείχνει γρίφους, σε διάφορες κατηγορίες, ενώ συλλέγει κύβους του Ρούμπικ.

Σου δείχνει και την κοινή τους φωτογραφία και σου υπόσχεται πως στο φεστιβάλ γρίφων το φθινόπωρο ο Ρούμπικ θα έρθει. Εσύ με σκυμμένο το κεφάλι προσπαθείς να λύσεις δύο γρίφους, ενώ αυτός μονολογεί πως η θάλασσα επουλώνει.

Πάντως όχι η θάλασσα μπροστά στο λιμάνι, όπου οι λουόμενοι βλέπουν πλέον τη ρύπανση. Εάν δεν κάνω λάθος υπάρχει δέσμευση από τους επιχειρηματίες για βιολογικό καθαρισμό. Οι καρέτα-καρέτα πάντως κολυμπούν ανενόχλητες δίπλα σε αδηφάγα λεοντόψαρα.

Ο μπάρμαν είναι από το Καστελλόριζο και σκοπεύει να μείνει εκεί για πάντα. Υπό δύο προϋποθέσεις, σου λέει. Καλύτερη υγεία και καλύτερη παιδεία. Αυτονόητα και τα δύο για το πιο ακριτικό άκρο της χώρας μας.

Ο υπεύθυνος στην ψαροταβέρνα με το καλύτερο χταποδάκι είναι επίσης από εκεί και σκοπεύει επίσης να μείνει εκεί για πάντα. Μάλιστα θέλει σιγά-σιγά να αποκτήσει τη δική του ταβέρνα. Του λες να χρησιμοποιεί αγνά υλικά. Πώς να το κάνω αυτό, σε ρωτάει. Τα φρούτα και τα λαχανικά χαλάνε πέντε ώρες στο καράβι από Ρόδο και αναγκαζόμαστε και παίρνουμε από την Τουρκία από το Κας.

Τους αποχαιρετάς, όπως τους αποχαιρετάνε όλοι οι επισκέπτες. Και μένουν πάλι μόνοι, στην άκρη της χώρας να μας φυλάνε. Οι ακρίτες.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 19.07.2026

ESPA