«Δεν δικαιώνεται ο άνθρωπος από τα έργα του νόμου, αλλά με την πίστη στον Ιησού Χριστό» (Γαλ. 2:16). Με τη διακήρυξη αυτή ο Απόστολος Παύλος μάς υπενθυμίζει ότι η σωτηρία δεν αποτελεί κατόρθωμα της ανθρώπινης αρετής, αλλά καρπό της θείας χάριτος. Η Εκκλησία, επομένως, δεν είναι συνάθροιση αναμάρτητων ανθρώπων, αλλά κοινωνία προσώπων που αγωνίζονται να θεραπευθούν, να μετανοήσουν και να ζήσουν εν Χριστώ.
Συχνά, όμως, η αστοχία ενός κληρικού ή λαϊκού γίνεται αφορμή να αμφισβητηθεί ολόκληρη η Εκκλησία. Η πτώση ενός μέλους προβάλλεται ως απόδειξη αποτυχίας του εκκλησιαστικού οικοδομήματος. Πρόκειται για σύγχυση ανάμεσα στην αγιότητα της Εκκλησίας και την προσωπική κατάσταση των μελών της. Η Εκκλησία είναι Αγία επειδή κεφαλή της είναι ο Χριστός, όχι επειδή τα μέλη της έχουν κατακτήσει την αναμαρτησία.
Ο Απόστολος Παύλος είναι σαφής: «Κανείς δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο εκτός από εκείνο που υπάρχει, και το οποίο είναι ο Ιησούς Χριστός» (Α’ Κορ. 3:11). Το θεμέλιο αυτό δεν καταρρέει από τις ανθρώπινες αδυναμίες. Οι αμαρτίες πληγώνουν την εκκλησιαστική κοινότητα, σκανδαλίζουν και απαιτούν μετάνοια, δικαιοσύνη και αποκατάσταση. Δεν μπορούν, όμως, να ακυρώσουν την παρουσία του Χριστού ούτε την αλήθεια της Εκκλησίας.
Ο ιερός Αυγουστίνος, ερμηνεύοντας την παραβολή των ζιζανίων, παρατηρεί ότι μέσα στην Εκκλησία συνυπάρχουν καλοί και αμαρτωλοί, ενώ εκείνοι που σήμερα μοιάζουν με «ζιζάνια» μπορούν αύριο να γίνουν «σιτάρι». Η πατερική αυτή επισήμανση δεν δικαιολογεί την αμαρτία· διακηρύσσει τη δυνατότητα της μετανοίας και μας προφυλάσσει από την αλαζονεία της κατακρίσεως.
Ωστόσο, η διαπίστωση ότι η Εκκλησία δεν καταστρέφεται από τις πτώσεις των μελών Της δεν επιτρέπει την αδιαφορία. Αντιθέτως, καθιστά βαρύτερη την προσωπική μας ευθύνη. «Εσείς είστε σώμα Χριστού και ο καθένας σας ξεχωριστά μέλος του» (Α’ Κορ. 12:27). Κανείς δεν υπάρχει μέσα στην Εκκλησία ως απομονωμένη μονάδα. Η συμπεριφορά μας επηρεάζει ολόκληρη την κοινότητα. Η υποκρισία, η φιλαυτία και η κατάχρηση εξουσίας την τραυματίζουν, ενώ η ταπείνωση, η διακονία και η αγάπη συμβάλλουν στην οικοδομή της. Γι’ αυτό ο Παύλος υπογραμμίζει ότι ολόκληρο το σώμα «οικοδομείται μέσα στην αγάπη» (Εφ. 4:16).
Η οικοδομή αυτή δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των επισκόπων και των ιερέων. Είναι ευθύνη κάθε βαπτισμένου χριστιανού. Με τον λόγο μας μπορούμε να θεραπεύσουμε ή να πληγώσουμε· με τη στάση μας να ενισχύσουμε την εμπιστοσύνη ή να σκανδαλίσουμε.
Η ευθύνη αυτή απαιτεί και έμπρακτη προστασία όσων αδικούνται. Η συγχώρηση δεν σημαίνει συγκάλυψη, ούτε η διασφάλιση της ενότητας επιβάλλει σιωπή μπροστά στο κακό. Η αλήθεια οφείλει να εκφράζεται με αγάπη (Εφ. 4:15) αλλά και με θάρρος, ώστε η μετάνοια να μην εκπίπτει σε προσχηματική επίκληση της χάριτος και αποφυγή της ευθύνης.
Η σημερινή Κυριακή μετά την Ύψωση μάς καλεί να στρέψουμε το βλέμμα στον Εσταυρωμένο. Το «Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός» (Γαλ. 2:20) αποτελεί το κριτήριο της εκκλησιαστικής μας ζωής. Ας μην αναζητούμε, λοιπόν, μόνο ποιος ευθύνεται για τις πληγές της Εκκλησίας. Ας αναρωτηθούμε τι προσφέρουμε και εμείς για τη θεραπεία τους. Διότι η Εκκλησία θεμελιώνεται στον Χριστό, αλλά η ενότητά της οικοδομείται καθημερινά από εμάς με πίστη, αλήθεια, μετάνοια και αγάπη.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 20.09.2026