Οι «βαρείς λύκοι» και η ενότητα της Εκκλησίας

Μήνυμα Ελπίδας του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου

Η Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου μάς υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία πορεύεται μέσα στην ιστορία αντιμετωπίζοντας όχι μόνο εξωτερικούς διωγμούς, αλλά και εσωτερικούς κινδύνους.

Στο συγκλονιστικό ανάγνωσμα από τις Πράξεις των Αποστόλων (20:16-18, 28-36), ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί τους πρεσβυτέρους της Εφέσου: «Ξέρω ότι μετά την αναχώρησή μου θα εισβάλουν ανάμεσά σας άγριοι λύκοι, που δεν θα λυπούνται το ποίμνιο» (Πράξ. 20:29). Δεν αναφέρεται, βέβαια, μόνο σε εχθρούς εκτός της Εκκλησίας, αλλά και σε ανθρώπους που θα προέλθουν «εξ υμών αυτών», δηλαδή από το εσωτερικό Της.

«Βαρείς λύκοι» γίνονται όλοι όσοι τοποθετούν τον εγωισμό τους πάνω από την αλήθεια του Θεού και την ενότητα της Εκκλησίας. Όταν κάποιος θεωρήσει τον προσωπική του γνώμη ανώτερη της εμπειρίας και της συνείδησης της Εκκλησίας, τότε παύει να διακονεί και επιδιώκει να επιβληθεί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του Αρείου, που η υπερηφάνειά του τον οδήγησε σε παραχάραξη της πίστεως, προκαλώντας σχίσμα και σύγχυση. Γι’ αυτό και συγκλήθηκε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, όπου οι Πατέρες υπερασπίστηκαν όχι προσωπικές απόψεις, αλλά την αποκεκαλυμμένη αλήθεια του Χριστού.

Ο Κύριος είχε προειδοποιήσει: «Προσέχετε από τους ψευδοπροφήτες, που έρχονται σ’ εσάς ντυμένοι σαν πρόβατα, αλλά από μέσα είναι λύκοι άρπαγες» (Ματθ. 7:15). Η μεγαλύτερη πληγή στην Εκκλησία δεν προκαλείται πάντοτε από την αδυναμία, αλλά από τον εγωισμό που μεταμφιέζεται σε ζήλο, γνώση ή «υπεράσπιση της αλήθειας». Όταν ο άνθρωπος δεν αναζητεί το θέλημα του Θεού αλλά την προσωπική δικαίωση, γίνεται αιτία σκανδάλου και διαίρεσης.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει: «Τίποτε δεν οργίζει τόσο τον Θεό, όσο το να διασπάται η Εκκλησία» (Εις Προς Εφεσίους Ομιλία 11). Στο ίδιο πνεύμα, ο Μέγας Βασίλειος τονίζει: «Η φιλαρχία και η κενοδοξία γίνονται αιτία αιρέσεων» (Επιστολή 210). Οι Πατέρες γνώριζαν ότι η αίρεση δεν γεννιέται μόνο από λανθασμένη σκέψη, αλλά κυρίως από αθεράπευτη φιλοδοξία.

Όταν ο άνθρωπος εμπιστεύεται απόλυτα τη δική του κρίση και αρνείται το εκκλησιαστικό φρόνημα, εύκολα μετατρέπει την προσωπική του άποψη σε απόλυτη αλήθεια. Η υπερηφάνεια τυφλώνει τον νου και οδηγεί όχι μόνο μακριά από την Αλήθεια, αλλά και από την αγάπη, που αποτελεί το θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής. Έτσι, αντί να οικοδομεί το σώμα των πιστών, γίνεται αιτία σκανδάλου, διχασμού και πνευματικής σύγχυσης.

Ακόμη και σήμερα, μέλη της Εκκλησίας -κληρικοί και λαϊκοί- μπορούν να γίνουν πολέμιοι του έργου Της, όταν λησμονούν ότι η Εκκλησία δεν τούς ανήκει. Ο ποιμένας που επιζητεί δύναμη, προβολή και επιβολή, αντί για θυσία και διακονία, παύει να είναι εικόνα του Χριστού, του «καλού ποιμένος» (Ιωάν. 10:11). Αντίστοιχα, και ο πιστός που θεωρεί τη γνώμη του ανώτερη από τη συνείδηση της Εκκλησίας, κινδυνεύει να μετατρέψει την πίστη σε προσωπική ιδεολογία.

Η θεραπεία όλων αυτών βρίσκεται στην ταπείνωση και στην εκκλησιαστική συνείδηση. Ο Απόστολος Παύλος δεν προβάλλει εξουσία, αλλά δάκρυα, κόπο και θυσιαστική αγάπη. Η αληθινή διακονία γεννιέται από την αυτοπροσφορά. Μόνο όταν ο άνθρωπος μάθει να λέει «όχι το δικό μου θέλημα, αλλά του Θεού», παύει να γίνεται λύκος για το ποίμνιο και γίνεται αληθινό μέλος του Σώματος του Χριστού.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 24.05.2026

ESPA