Τα τελευταία χρόνια καθιερώθηκε ένας όρος που περιγράφει με ακρίβεια το συλλογικό μας βίωμα: permacrisis. Μία κατάσταση μόνιμης κρίσης, όπου τα γεγονότα δεν διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά σωρεύονται. Πανδημία, πόλεμοι, ενεργειακή ανασφάλεια, πληθωρισμός, γεωπολιτική αστάθεια. Τίποτα δεν «κλείνει» πραγματικά· όλα μένουν ανοιχτά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική αλλάζει χαρακτήρα. Δεν λειτουργεί πια ως πεδίο επίλυσης προβλημάτων, αλλά ως μηχανισμός διαχείρισης αντοχής. Οι κοινωνίες δεν εξοργίζονται εύκολα αλλά κουράζονται. Και η κόπωση δεν παράγει απαραίτητα ρήξη. Παράγει προσαρμογή, χαμηλότερες προσδοκίες, αποδοχή του προσωρινού ως μόνιμου.
Ο πολιτικός αναλυτής Ian Bremmer έχει περιγράψει αυτή τη συνθήκη μέσα από τη θεωρία του G-Zero world: Συγκεκριμένα μιλάει έναν κόσμο χωρίς σταθερό κέντρο ισχύος, χωρίς ηγεμονική δύναμη που να επιβάλλει κανόνες ή να εγγυάται σταθερότητα. Σε έναν τέτοιο κόσμο, οι κρίσεις δεν επιλύονται, απλώς μετακινούνται. Και η αβεβαιότητα γίνεται δομικό στοιχείο της διεθνούς πολιτικής.
Η γεωπολιτική, έτσι, παύει να είναι αφηρημένη. Δεν αφορά μόνο ειδικούς ή διπλωμάτες. Μπαίνει στην καθημερινότητα: Στους λογαριασμούς ενέργειας, στις τιμές των τροφίμων, στην αίσθηση ότι το μέλλον δεν σχεδιάζεται αλλά αναβάλλεται. Ο πόλεμος, η αστάθεια, η σύγκρουση δεν είναι πια «έκτακτες ειδήσεις». Είναι το φόντο της καθημερινότητάς μας.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Βενεζουέλα λειτουργούν ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Μία χώρα εγκλωβισμένη για χρόνια σε πολιτική κρίση, διεθνείς παρεμβάσεις, οικονομική κατάρρευση και κοινωνική εξάντληση. Οι εξελίξεις αντιμετωπίζονται με ένα σκεπτικό που λέει: «Άλλη μία κρίση σε έναν κόσμο γεμάτο κρίσεις».
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο της permacrisis. Όχι η ένταση, αλλά η εξοικείωση. Όταν η κρίση γίνεται κανονικότητα, η πολιτική χάνει τον ορίζοντα του μετασχηματισμού και περιορίζεται στη διαχείριση ζημιών. Οι πολίτες δεν ζητούν λύσεις, αλλά ανακούφιση. Δεν απαιτούν αλλαγή, αλλά σταθερότητα, ακόμα κι αν αυτή είναι εύθραυστη ή άδικη.
Ο Bremmer επισημαίνει ότι σε έναν κόσμο χωρίς σταθερούς κανόνες, το βάρος πέφτει όλο και περισσότερο στα κράτη και στους πολίτες τους να «αντέξουν». Όμως η αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη. Οι κοινωνίες που ζουν σε μόνιμη ένταση δεν ριζοσπαστικοποιούνται απαραίτητα. Συχνά αποσύρονται. Και αυτή η απόσυρση είναι πολιτική πράξη, ακόμα και αν μοιάζει με απάθεια.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα βγούμε από την permacrisis. Πιθανότατα όχι σύντομα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να αποτρέψουμε τη μετατροπή της κόπωσης σε παραίτηση. Αν μπορούμε να διατηρήσουμε την ικανότητα κριτικής, διεκδίκησης και δημοκρατικής εγρήγορσης μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει μόνιμα ασταθής.
Γιατί οι κοινωνίες δεν καταρρέουν μόνο από τις κρίσεις. Καταρρέουν όταν συνηθίζουν σε αυτές. Και η permacrisis δεν απειλεί τόσο με το σοκ της, όσο με τη σιωπηλή της διάρκεια.