Η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να ανοίξει τις πόρτες των Συνόδων Κορυφής και των υπουργικών συναντήσεων σε δημιουργούς περιεχομένου και influencers των social media. Σύμφωνα με το Politico, το Συμβούλιο της ΕΕ σχεδιάζει πιλοτικά από το καλοκαίρι να προσκαλεί δημιουργούς περιεχομένου σε ευρωπαϊκές συναντήσεις υψηλού επιπέδου, δίνοντάς τους πρόσβαση σε χώρους που μέχρι σήμερα προορίζονταν αποκλειστικά για διαπιστευμένους δημοσιογράφους.
Κάποιοι θεωρούν ότι πρόκειται για μία αναγκαία προσαρμογή στη νέα εποχή της ενημέρωσης. Άλλοι φοβούνται ότι η πολιτική μετατρέπεται ακόμη περισσότερο σε περιεχόμενο μικρής διάρκειας, φτιαγμένο για likes, reels και αλγόριθμους.
Η πραγματικότητα είναι πως η αλλαγή αυτή έρχεται σε μία περίοδο στην οποία οι νεότερες γενιές ενημερώνονται πλέον κυρίως από τα social media και όχι από τα παραδοσιακά μέσα. Το TikTok, το Instagram και το YouTube λειτουργούν ήδη ως βασικές πηγές πολιτικής πληροφόρησης για εκατομμύρια πολίτες. Οι θεσμοί απλώς ακολουθούν μία κοινωνική μετατόπιση που έχει ήδη συντελεστεί.
Για δεκαετίες, η πολιτική επικοινωνία περνούσε μέσα από τηλεοπτικά δελτία, εφημερίδες και συνεντεύξεις. Σήμερα, ένας δημιουργός περιεχομένου μπορεί να εξηγήσει μία ευρωπαϊκή απόφαση μέσα σε ενάμιση λεπτό και να φτάσει σε κοινό που δεν θα άνοιγε ποτέ μια πολιτική ιστοσελίδα ή μία εφημερίδα. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να αξιοποιήσει η ΕΕ: Μία γλώσσα πιο άμεση, πιο ανθρώπινη και πιο κοντά στις νεότερες ηλικίες.
Το ζήτημα όμως είναι βαθύτερο. Οι influencers δεν λειτουργούν με τους ίδιους κανόνες που λειτουργεί η δημοσιογραφία. Δεν υπάρχουν πάντα μηχανισμοί διασταύρωσης, συντακτικές ομάδες ή επαγγελματικά φίλτρα. Το περιεχόμενο συχνά βασίζεται περισσότερο στην προσωπικότητα του δημιουργού παρά στην τεκμηρίωση. Η πληροφορία περνά μέσα από το ύφος, το χιούμορ και την αμεσότητα. Αυτό κάνει το μήνυμα πιο προσιτό αλλά και πιο ευάλωτο σε απλουστεύσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές δημοσιογραφικές ενώσεις αντέδρασαν έντονα στην πρωτοβουλία, επισημαίνοντας πως οι influencers αποκτούν πρόσβαση χωρίς να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες διαφάνειας και λογοδοσίας με τους επαγγελματίες δημοσιογράφους.
Από την άλλη πλευρά, η πλήρης άρνηση αυτής της πραγματικότητας θα ήταν μάλλον αφελής. Η πολιτική επικοινωνία έχει ήδη αλλάξει. Στις αμερικανικές εκλογές, στα βρετανικά κόμματα, ακόμη και στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι influencers αντιμετωπίζονται πλέον ως βασικοί πολλαπλασιαστές πολιτικών μηνυμάτων.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη πρόκληση για τη δημοκρατία στη νέα ψηφιακή εποχή να μην είναι η τεχνολογία, αλλά η προσοχή μας. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί καλούνται πλέον να επικοινωνήσουν σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία καταναλώνεται γρήγορα, αποσπασματικά και συχνά συναισθηματικά.
Αν, όμως, η πολιτική περιοριστεί μόνο στη λογική του σύντομου βίντεο και της στιγμιαίας εντύπωσης, τότε κινδυνεύει να χάσει την ικανότητα να εξηγεί, να πείθει και τελικά να χτίζει εμπιστοσύνη. Οι δημοκρατίες δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποκλειστικά με όρους αλγορίθμου. Χρειάζονται πολίτες που δεν αρκούνται μόνο στο να βλέπουν, αλλά θέλουν και να κατανοούν.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 24.05.2026