Γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, η ισχυρότερη οικονομία του κόσμου, δεν έχουν εκλέξει ποτέ γυναίκα πρόεδρο; Η απάντηση που συχνά δίνεται είναι ότι οι Αμερικανοί δεν είναι ακόμη έτοιμοι. Είναι, όμως, έτσι; Ή μήπως η επίκληση της «εκλογιμότητας» λειτουργεί ως ένας βολικός τρόπος να προεξοφλούμε ποιος μπορεί να κυβερνήσει, πριν ακόμη ακούσουμε τι προτείνει;
Ένα πρόσφατο άρθρο της Lottie Tellyn στο GZERO Media, βασισμένο σε δημοσκόπηση της Politico και της Public First, υποστηρίζει ότι οι ψηφοφόροι αξιολογούν πλέον περισσότερο τις πολιτικές θέσεις παρά τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των υποψηφίων. Φύλο, φυλή και σεξουαλικός προσανατολισμός δεν εξαφανίστηκαν από την πολιτική κρίση· φαίνεται, ωστόσο, να υποχωρούν όταν ο υποψήφιος διαθέτει σαφές πρόγραμμα, πόρους και την υποστήριξη του κόμματός του.
Η ιστορία προσφέρει παραδείγματα που κάποτε θεωρούνταν αδιανόητα. Το 1984 αμφισβητούσαν αν ένας μαύρος υποψήφιος μπορούσε να κερδίσει την προεδρία των ΗΠΑ. Λιγότερο από τρεις δεκαετίες μετά, ο Barack Obama εξελέγη δύο φορές. Η αλλαγή δεν ήρθε επειδή εξαφανίστηκαν οι προκαταλήψεις, αλλά επειδή η πολιτική πρόταση, η κοινωνική συγκυρία και η δυνατότητα να εκφραστούν οι προσδοκίες μεγάλου μέρους της κοινωνίας αποδείχθηκαν ισχυρότερες.
Η «εκλογιμότητα», λοιπόν, δεν είναι μία ουδέτερη μέτρηση. Συχνά γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία: Αν τα κόμματα πιστεύουν ότι μία γυναίκα, ένας νεότερος ή ένας υποψήφιος με διαφορετική καταγωγή δεν μπορεί να κερδίσει, μπορεί να μην του δώσουν ποτέ την ευκαιρία, τους πόρους και τον χρόνο για να το αποδείξει. Κάπως έτσι, η πρόβλεψη μετατρέπεται σε εμπόδιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταυτότητα έπαψε να μετρά. Η θρησκεία, για παράδειγμα, εξακολουθεί να γίνεται στόχος πολιτικών επιθέσεων, ενώ η ηλικία επηρεάζει τις επιλογές των ψηφοφόρων. Η δημοσκόπηση που παρουσιάζει το GZERO καταγράφει μικρότερη προτίμηση για υποψηφίους άνω των 70, χωρίς αυτό να ακυρώνει το πλεονέκτημα ενός ισχυρού πολιτικού απολογισμού. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο υποψήφιος χωρά σε ένα υποτιθέμενο «καλούπι», αλλά αν μπορεί να εξηγήσει πώς οι επιλογές του θα βελτιώσουν τη ζωή των ανθρώπων.
Σε αυτή τη συζήτηση, τα Μέσα Ενημέρωσης έχουν επίσης ευθύνη. Όταν η κάλυψη εστιάζει διαρκώς στην εμφάνιση, στην οικογενειακή κατάσταση ή στο αν μία γυναίκα είναι «συμπαθής», αφήνει σε δεύτερο πλάνο τις θέσεις της. Η ισότιμη αξιολόγηση αρχίζει και από τον τρόπο που ρωτάμε.
Και στην Ελλάδα, η συζήτηση για την εκπροσώπηση χρειάζεται να ξεφύγει από τις συμβολικές πρωτιές. Η εκλογή γυναίκας στην Προεδρία της Δημοκρατίας ήταν σημαντική· δεν αρκεί, όμως, για να θεωρήσουμε ότι έχουν αρθεί τα εμπόδια στην πολιτική συμμετοχή ή στην ανάδειξη γυναικών στην εκτελεστική εξουσία. Η ισότητα δεν μετριέται μόνο από το ποιος βρίσκεται στην κορυφή, αλλά και από το ποιος έχει πρόσβαση στην πορεία προς αυτήν.
Οι πολίτες ζητούν πρόσωπα που να μιλούν καθαρά για όσα τους απασχολούν: Την ακρίβεια, την εργασία, την ασφάλεια, την υγεία, την προοπτική των παιδιών τους. Αν το πρόγραμμα είναι πειστικό και η πολιτική πράξη αξιόπιστη, τότε το ερώτημα «είναι εκλόγιμος;» μπορεί επιτέλους να χάσει τη δύναμή του. Και να αντικατασταθεί από το ουσιαστικότερο: «Τι θα κάνει για εμάς;».
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 18.10.2026