Πολιτική βεντέτα. Του Βασίλη Κοντογουλίδη

Στο ερώτημα γιατί ο Αντώνης Σαμαράς επιθυμεί τη δημιουργία νέου κόμματος ενώ το προηγούμενο εγχείρημά του, η Πολιτική Άνοιξη, είχε άδοξο τέλος, η απάντηση είναι απλή

Τελικά γιατί ο Αντώνης Σαμαράς επιθυμεί τόσο πολύ να κάνει νέο κόμμα και όπως όλα δείχνουν θα το κάνει σε χρόνο όμως που αυτός θα το αποφασίσει και όχι το Μέγαρο Μαξίμου; Και το γράφω αυτό διότι το τελευταίο διάστημα παίζεται ένα επικοινωνιακό παιγνίδι εντυπώσεων μεταξύ του Μεγάρου Μαξίμου και του επιτελείου του Αντώνη Σαμαρά με διαρροές για τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών που στόχο έχουν να εξωθηθεί ο Σαμαράς να ανακοινώσει το συντομότερο το κόμμα του ώστε να φθαρεί μέχρι τις εκλογές αν γίνουν στο τέλος της θητείας αυτής της κυβέρνησης.

Δηλαδή στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι αν οι εκλογές γίνουν τον Μάιο του 2027 και ο Σαμαράς ανακοινώσει το κόμμα του μέχρι τον Σεπτέμβριο, θα έχει την τύχη της Καρυστιανού που ήδη στις τελευταίες δημοσκοπήσεις έπεσε στο 5% και οι εκτιμήσεις των δημοσκόπων λένε ότι λίαν συντόμως θα δίνει μάχη για το 3% που είναι το όριο εισόδου στη νέα Βουλή.

Επανερχόμενος στο αρχικό ερώτημα γιατί ο Αντώνης Σαμαράς επιθυμεί διακαώς τη δημιουργία νέου κόμματος ενώ το προηγούμενο εγχείρημά του, η Πολιτική Άνοιξη, είχε άδοξο τέλος, η απάντηση είναι απλή. Διότι θεωρεί ότι ο Μητσοτάκης έκανε μεγάλο κακό και στην παράταξη και στον τόπο και εκτιμά ότι με το νέο κόμμα η Νέα Δημοκρατία πολύ δύσκολα θα ξεπεράσει το 25% στις ερχόμενες εκλογές κάτι που θα σημάνει το πολιτικό τέλος του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η πολιτική βεντέτα Σαμαρά με την οικογένεια Μητσοτάκη χρονολογείται από το 1993 που η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη απώλεσε την πλειοψηφία στη Βουλή και η χώρα οδηγήθηκε στις εκλογές. Όσοι ζήσαμε τότε τα γεγονότα γνωρίζουμε καλά ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης θα έχανε τις εκλογές από τον Ανδρέα Παπανδρέου είτε έκανε κόμμα ο Σαμαράς είτε όχι. Άρα ο Σαμαράς ήταν μέρος του προβλήματος της τότε διακυβέρνησης Μητσοτάκη και όχι το πρόβλημα.

Η πολιτική βεντέτα ξεχάστηκε όταν ο Σαμαράς έγινε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης συμφωνούσε μαζί του εν αντιθέσει με την αδελφή του Ντόρα Μπακογιάννη που έφυγε από τη Νέα Δημοκρατία και δημιούργησε το δικό της κόμμα το οποίο απέτυχε παταγωδώς στις πρώτες εκλογές του 2012 για να συμπράξει στις δεύτερες εκλογές όταν η Νέα Δημοκρατία άγγιξε το 30% και ο Σαμαράς έγινε πρωθυπουργός και επικεφαλής μίας κυβέρνησης συνεργασίας τριών κομμάτων, της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ.

Ο Αντώνης Σαμαράς αξιοποίησε στην κυβέρνησή του σε επιτελικό υπουργείο τον Κυριάκο Μητσοτάκη δείχνοντας ότι γι’ αυτόν η βεντέτα με την οικογένεια ήταν παρελθόν. Και όχι μόνο αυτό. Στις εσωκομματικές εκλογές για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας όχι απλά στήριξε τον Κυριάκο αλλά έκανε φανερά και προεκλογικό αγώνα για την υποψηφιότητά του στον δεύτερο κρίσιμο γύρο που η στήριξη αυτή ήταν καθοριστική για την εκλογή του Κυριάκου στην ηγεσία του κόμματος.

Όλα αυτά ξεχάστηκαν από τότε που ο Μητσοτάκης έγινε ένοικος στο Μέγαρο Μαξίμου και έδειξε μία εντελώς απαξιωτική συμπεριφορά απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό τον οποίο διέγραψε.

Έκτοτε η πολιτική βεντέτα αναβίωσε και μπαίνουμε σε μία περίοδο πλήρους κορύφωσης με στόχο την επόμενη μέρα διακυβέρνησης της χώρας μετά τις ερχόμενες εκλογές. Τότε θα φανεί ποιος θα είναι αυτή τη φορά ο νικητής και ποιος θα ιδιωτεύσει…


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 26.07.2026

ESPA